19.9.21

Τοπόσημα του 1821, αφιέρωμα στη Μάνη

 

5.8.21

ΩΔΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΠΟΥ ΧΑΝΕΤΑΙ


"Ο αέρας μυρίζει πένθιμα.
Το χρώμα του θανάτου καλύπτει τα πάντα.
Η λάμψη της φλόγας φωτίζει τη νύχτα,
κυρίαρχη έναντι κάθε άλλης φωτοδότρας πηγής.«Σας παρακαλούμε:
Αφήστε μας τα πράγματα.
Μη μας τα καίτε.
Αφήστε τα έντομα να βρίσκουνε τα άνθη τους».

(«Αυτοβιογραφία», Νικηφόρος Βρεττάκος).


Ο αέρας μυρίζει πένθιμα. Το χρώμα του θανάτου καλύπτει τα πάντα. Η λάμψη της φλόγας φωτίζει τη νύχτα -πιο έντονα θαρρείς από αυτή των άστρων-, κυρίαρχη έναντι κάθε άλλης φωτοδότρας πηγής. Τούτο το θανατικό είναι βαρύ, πολύ βαρύ για να το αντέξει κανείς...

Το δάσος, το τόσο πολύτιμο μερτικό μας, κάηκε. Η βλάστη εχάθη. Ο τόπος ο θαλερός εσβήσθη. Γίνηκε σταχτύς, γίνηκε μαύρος. Γίνηκε σκιά, γίνηκε θάνατος. Τα δένδρα νεκρά, μα πεισματικά όρθια! Ακίνητες μαύρες φιγούρες, σκιές θανάτου, μας χαιρετούν λίγο πριν σκύψουν για να ασπασθούν τη μάνα γη, λίγο πριν γίνουν άγγελοι! Κάμανε κόπο πολύ για να ψηλώσουν, πάλεψαν με τα ενάντιά τους στοιχειά μέχρι να ορθωθούν, μέχρις ότου γίνουν ικανά στην αντοχή, στη στέρηση, στις κακουχίες. Πέρασαν χρόνια πολλά, βαριά, μέχρις ότου γίνουν οι ώριμοι στυλοβάτες της γης, οι ακίνητοι προστάτες μας, που δίναν ανάσα στο μακάριο κόσμο μας.

Κι ήρθε κακιά στιγμή, χέρι φονικό, για να σβεστεί η ελπίδα, για να χαθεί η ζωή. αυτή που με τόσο κόπο κι ατέλειωτη υπομονή δημιουργήθηκε. Και τώρα, πωρπατούμε στην αυχμηρή γη που μας στοιχειώνει, και για το κακό θρηνούμε, αδύναμοι όντας μπρος του. Στο απέραντό του, μικροί-ελάχιστοι γινόμαστε, σερπετοί κι αλλότριοι. Θυμώνουμε για τούτο, οργιζόμαστε με τον άνθρωπο που λάθεψε, που χαύνα είδε τη ζωή κι αποστειρώθη.

Στη γη τούτη, ο θάνατος χάσκει παντού. Σκελετοί δένδρων και θάμνων, σκελετοί ζώων και πουλιών -αυτός είν' ο σκελετός, το κουφάρι της γης-, ρόχθοι και γογγυσμοί στοιχειώνουν τη ζωή. Το χώμα ξερό, ξερνάει καπνό και φοβέρα, σκιάζοντας τη ζήση.

Η Περσεφόνη γέρνει, τη γη τη στερνή αγκαλιάζει (έτσι την είδε ο Νίκος Γκάτσος, στον Εφιάλτη της), σαλεμένη από το βαρύ καημό. Η στάχτη, το σάβανο που καλύπτει το νεκρό σώμα της μαυροντυμένης γης, στέκει πάνω της υστερνά, σκεπάζοντάς την απαλά, ωσάν σινδόνη -γκροτέσκο στοιχείο λες, της ακροτελεύτιας πράξης, μιας δυνατής συγκινησιακής στιγμής έντασης, επαφής, αγάπης, πόνου ... Η τελευτή στιγμή! Φόβος της, μην το ανεμοτάραμα την πάρει και φανεί η γυμνότης!

Φτάσαμε λοιπόν στον τραγικό επίλογο. Φτάσαμε στο σημείο οπού, αναφερόμενοι στη φύση, μιλούμε πια σε παρελθόντα χρόνο. Η διά των αναμνήσεων επαναφορά της εικόνας της ή ο ευκτικός τρόπος αναφοράς της, δηλώνουν το αδιέξοδο. Δηλώνουν το άδηλο της καταστροφής..

Τώρα πια, όλα κείνα τα όμορφα που τη χαρακτήριζαν, φαντάζουν μακρυνά, αβέβαια στη σκέψη, θολά στην εικόνα. Η αγάπη για όσα φύγαν γίνεται αβάσταχτη, η ανάγκη για επαφή γίνεται επιτακτική. Ο ποιητής νοσταλγεί θρηνητικά για την έλλειψη της φύσης: «Να 'τανε τη σκιά τους να μου δίνανε / όταν κοντά τους θα διαβαίνω πάλι / σα μιαν αγάπη που κανείς δε μου 'δωσε / σα μια στοργή που μου 'λειψε μεγάλη» («Τα πεύκα» Λάμπρος Πορφύρας).

Κι η πληγωμένη γη, αυτή η μαυροφόρα που πατούμε, τι θα γενεί; Πολύ φοβούμαι ότι θα βιασθεί ανενδοίαστα από τους βάρβαρους τεχνοκράτες τού σήμερα. Θα γενεί τσιμέντο, θα γενεί άσφαλτος. Θα γενεί σκιά, θα γενεί φοβέρα. Το σκότος του πολιτισμού μας θα καλύψει το θαλερό, το υψηλό, το ευφρόσυνο, που πριν υπήρχε εκεί. Θα σβεστεί το όνειρο, θ' αποδιωχθεί η ελπίδα. Κι εμείς, ως μοιραίοι, ουτιδανοί κι ανήμποροι θα πεθαίνουμε ανύποπτα, σφαλερά, χωρίς να συνειδητοποιούμε την τραγικότητά μας. Οποία καταδίκη η ανάρμοστη φιλομηρία στο σκότος, στη σκωρία, στη θαμβότητα... Ποιο το ήθος στη μικρόνοια, στη φρεναπάτη, στην ενοχή, στη συνενοχή, στο άγος; Στα δύστηνα, στα φτενά και τρομώδη άνθρωπε καταπέφτεις, σε αυτά πνίγεσαι και με (για) αυτά (αργο)πεθαίνεις.

Όμως φτάνει πια, όχι άλλος θάνατος της ψυχής, όχι άλλη μακαριότητα, όχι άλλη άγνοια, όχι άλλος θάνατος. Ορθώσου…, το ανάστημά σου άνθρωπε ύψωσε και σάρωσε τα κάστρα, τις φυλακές του πολιτισμού σου...

Πένθησε για τη φύση άνθρωπε της θλιμμένης γης, κλάψε για το χαμό του δάσους. Θρήνησε, ξύπνησε, εξεγέρσου. Σκέψου, νοιώσε και... ορκίσου με τη φωνή της καρδιάς πως στο μέλλον δε θα επιτρέψεις να γενεί άλλο τέτοιο κακό, πως θα προστατέψεις το φυσικό αγαθό, πως θα γενείς δημιουργός ζωής, θα γίνεις φυτευτής. Θα το πονέσεις και θα το προστατεύσεις το δενδρί π' απέμεινε, κείνο που θα φυτέψεις. Θα το ποτίσεις με τα δάκρυα και τον ιδρώτα σου, θα το κοπρίσεις με τη φροντίδα και την περιποίησή σου, θα το ψηλώσεις με την ελπίδα σου.

Δε θα τ' αφήσεις, δε θα το αμελήσεις, δε θα το ξεχάσεις. Θα το κάμεις δυνατό, θα το κάμεις μέγα. Για να πάρεις -μέσα από τη δημιουργική προσπάθεια- τη δύναμή του, τη θέλησή του, το κουράγιο του, και να γενείς ορθός, ...για να συνεχίσεις. Χρειάζεται ανθρώπους τέτοιους η γη μας -ιδιαίτερα σήμερα-, ανθρώπους όλο καρδιά, όλο πνοή, όλο βλέμμα. Ανθρώπους-δημιουργούς, ανθρώπους-λειτουργούς, ανθρώπους-ποιητές. 

Πήγαινε κει όπου κείται το δάσος της ψυχής σου και περπάτησε στο καβουρντισμένο χώμα. Άφησε το πόδι σου να μπει βαθιά στο παχύ στρώμα της στάχτης, άφησε να σε γδάρει το αιχμηρό κλαδί του καμένου δένδρου. Νοιώσε τον πόνο της γης στο σώμα σου, στην καρδιά σου..

Νοιώσε το θάνατο που κυριαρχεί. Νοιώσε τη στέρηση, τη ζωή που εχάθη. Νοιώσε το ρόγχο της φύσης στο ζώο που καίγεται και μαρτυρικά αργοπεθαίνει. Στο δένδρο το φλεγόμενο, που κοντανασαίνει βασανιστικά. Στο φοβισμένο κτύπο μιας ανεξερεύνητης καρδιάς, που δε ξέρεις που και τίνος είναι, μα τη νοιώθεις γύρω σου παντού, να σε στοιχειώνει.

Νοιώσε το θάνατο που διαμόρφωσες με ευθύνη σου, είτε με υπαιτιότητά σου, είτε με την αδιαφορία σου, και γίνε τώρα δημιουργός ζωής.Τη γη που μάτωσες, αυτήν ν' ασπαστείς. Να χύσεις το δάκρυ σου στο καυτερό της χώμα, να υποφέρεις από το θάνατο που ανασαίνει παντού.

Τότε θα νοιώσεις το βαρύ χρέος της δημιουργίας. Τότε θα καταλάβεις τι πα' να πει ζωή, τι εστί ελπίδα…

(από το βιβλίο του Α. Καπετάνιου “Τη χώρα που μου πήρανε γυρεύω…”, εκδόσεις Ηλιοτρόπιο, Αθήνα 2004)

25.7.21

Λίθος Μάρμαρος, Ταινάριος: βιβλίο για τα μάρμαρα της Μάνης


Το βιβλίο αυτό δημιουργήθηκε με αφορμή ορισμένους προβληματισμούς, ειδικότερα για την περιοχή της Μάνης και τα μάρμαρά της, τα οποία ενώ κυριάρχησαν στον αρχαίο κόσμο (Nero Antico, Rosso Antico, Marmor Taenarium, Lapis Taenarius κ.α.) σήμερα υφίστανται σταδιακή απαξίωση και εγκατάλειψη.

Εξετάζει τόσο την ιστορική πορεία των μαρμάρων της Μάνης όσο και την κατεξοχήν επιστημονική τους ταυτότητα. Ερευνά τους χώρους εξόρυξης/εμφάνισης και επιχειρεί να ταυτοποιήσει τα μάρμαρα τόσο γεωχημικά και πετρογραφικά όσο και ισοτοπικά σε μια προσπάθεια να εξακριβωθεί η προέλευση (Provenance determination). Κι αυτό γιατί μέχρι σήμερα δεν έχουν τεκμηριωθεί και αναδειχθεί επαρκώς οι λατομικοί χώροι προέλευσης, αλλά και τα έργα τέχνης και τεχνουργήματα από μάρμαρο Μάνης, γεγονός που εγείρει αμφισβητήσεις ως προς την ιστορική τους ταυτότητα και διαδρομή. 

Τα μάρμαρα της Μάνης αργοσβήνουν και μαζί με αυτά αργοσβήνει και η κληρονομιά της πέτρας, η πλέον  εμβληματική ταυτότητα της Μάνης και του Μανιάτη. Στην εικόνα, μέτωπο από το ερυθρο-πορφυρόχροο μάρμαρο στον Προφήτη Ηλία Δημαρίστικων (rosso antico).

Ο Αγιος Νικόλαος Λάγιας, στο δρόμο  προς την Κοκκάλα σε παλιό νεκροταφείο. Δομημένη σε μεγάλο βαθμό και σκεπασμένη με μαρμάρες από μαύρο μάρμαρο, με παλαιοχριστιανικά spolia, πιθανότατα του 1100 μΧ.

Ισοτοπικά διαγράμματα αναφοράς χρήσιμα για την ταυτοποίηση της προέλευσης του ελληνικού μαρμάρου

Όμως η λήθη δεν ταιριάζει στα μάρμαρα της Μάνης, τα οποία  είναι σημαντικά και από ιστορικής και από γεωλογικής/κοιτασματολογικής απόψεως αλλά κι από απόψεως ιδιοτήτων και ενδιαφέροντος ως προς την αξιοποίησή τους κατά τη σημερινή περίοδο και το μέλλον.

Το βιβλίο αυτό φιλοδοξεί, με αφορμή τα μάρμαρα της Μάνης,  να ανοίξει θέματα σε ότι αφορά τη διάγνωση και τη σημασία της προέλευσης των μαρμάρων, την  προστασία κι ανάδειξη των εξορυκτικών χώρων προέλευσης, αλλά και την ένταξή τους σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο για τον τόπο μας, στο οποίο κυρίαρχο ρόλο θα έχουν οι αξίες που σμιλεύτηκαν δίπλα από τις πέτρες της αρχαίας Ελλάδας και ειδικότερα της Μάνης: η αξία της πολιτιστικής μας ταυτότητας, η αυτοσυνειδησία, η βαθύτερη φιλοσοφία της υπερηφάνειας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Στις  405 σελίδες του συγγράμματος συναντάται η επιστήμη με την μανιάτικη λίθινη ψυχή,  η λιτότητα του μανιάτικου βουνού με την ιστορία, την ιστορία του επώνυμου λίθου που από τα «μαρμαροκοπιά»  του μικρού αυτού αλλά περήφανου τόπου, διακινήθηκε στα πέρατα του κόσμου.  Κι ακόμη το πάθος του ερευνητή με την  επιστημονική αλήθεια που δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις.


Περιλαμβάνει μια αδρή περιγραφή των μαρμάρων και των φυσικών λίθων του αρχαίου και σύγχρονου κόσμου, με έμφαση στον ελλαδικό χώρο και την Ανατολική Μεσόγειο (Κεφ.1).  

Περιλαμβάνει στοιχεία για τις αρχαίες πόλεις και τα αρχαία λατομεία της Μάνης και γενικότερα της Λακωνίας (Κεφ.2).   

Στοιχεία γεωλογίας καθώς και   στοιχεία για τον Ορυκτό Πλούτο της Μάνης και της Λακωνίας γενικότερα, συμπεριλαμβάνοντας εκτός από τα μάρμαρα και τα λοιπά κοιτάσματα, μεταλλευτικά, βιομηχανικά ορυκτά αλλά και επισημάνσεις για τα λατομεία ασβεστολιθικής πέτρας της οποίας η εξόρυξη συνεχίζεται μέχρι σήμερα (Κεφ. 3). 

Επίσης περιλαμβάνει πλήρη κατάλογο  των λατομικών θέσεων αλλά και θέσεων εμφάνισης μαρμάρου καθώς και στοιχεία για την διακίνηση των μαρμάρων και λίθων κατά τους ιστορικούς κυρίως χρόνους και την χρήση τους σε μνημεία της τέχνης και του πολιτισμού (Κεφ.4). 

Κι ακόμη, με αφορμή το ζήτημα των μαρμάρων της Μάνης, θέτει το γενικότερο θέμα της ταυτοποίησης των μαρμάρων του αρχαίου κόσμου, ένα θέμα που έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα  κυρίως με τη διοργάνωση διεθνών συνεδρίων της ASMOSIA (Αssociation For the Study of Marble and Other Stones Used In the Antiquity, από το 1988 και εξής. Από τις σελίδες του αναδεικνύεται το σημαντικότατο ζήτημα  της καταγραφής όλων των αρχαίων λατομείων, λαξευμάτων, εμφανίσεων  κλπ. σε μια δυναμική εθνική βάση δεδομένων κάτι που θα αποτελέσει εργαλείο για την ταυτοποίηση της προέλευσης αλλά και για την θεσμική, διοικητική και ουσιαστική προστασία των χώρων αυτών (Κεφ.5). 

Τέλος, τίθεται το θέμα της αξιοποίησης και της προοπτικής των ιστορικών μαρμάρων αυτών στη σημερινή εποχή. Ενα πρόβλημα που ταυτίζεται με το γενικότερο πρόβλημα της ανάπτυξης στον τόπο μας, ο οποίος βρίθει απο προστατευτέα μνημεία. Στο πλαίσιο αυτό, γίνονται και ορισμένες προτάσεις που αφορούν την εκλεκτική εξόρυξη με ανάπτυξη μικρής κλίμακος μονάδων με σκοπούς καθαρά πολιτιστικούς, οι οποίες θα μπορούσαν να επεκταθούν και σε άλλα ιστορικά μάρμαρα του τόπου μας.

Η γνώσσα που χρησιμοποιήθηκε είναι περισσότερο προς την κατεύθυνση της εκλαϊκευμένης γνώσης με στόχο  να μοιραστεί στον πολύ κόσμο, χωρίς όμως να αφίσταται της επιστημονικής εγκυρότητας  και της χρήσης της σχετικής βιβλιογραφίας σε βάθος. Προτιμώ το βιβλίο να διαβάζεται και όχι να αποτελεί μια καταγραφή, ένα  reference document όταν κάποιος χρειαστεί κάτι. Μολαταύτα, όποιος θέλει να ανατρέξει και να εντρυφήσει περαιτέρω σε επιστημονικές πηγές, του δίνεται η δυνατότητα να το κάνει με βάση τα πλήρη βιβλιογραφικά δεδομένα και τις πρόσθετες πηγές που παρέχονται από το παρόν σύγγραμμα.

Τα παραρτήματα του βιβλίου καθώς και μία σειρά από βιντεοσκοπημένο υλικό (media), έχουν ενσωματωθεί σε QR Codes , δηλ. γραμμωτούς κώδικες (barcodes) δύο διαστάσεων, που συνοδεύουν το έντυπο βιβλίο παρέχοντας πρόσθετη πληροφόρηση. Η κάμερα ενός έξυπνου κινητού αναγνωρίζει τους γραμμωτούς αυτούς κώδικες και η πλοήγηση στον σχετικό σύνδεσμο (ιστοσελίδα) γίνεται αυτόματα.

Το βιβλίο έχει εκδοθεί σε περιορισμένα αντίτυπα και η προμήθειά του γίνεται μέσω επικοινωνίας με τον εκδοτικό οίκο: lithos.marmaros.tainarios@gmail.com

Πέτρος Γ. Τζεφέρης

25.3.21

ΤΙ ΕΙΝ’ Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ;

 Το Μανιάτικο, αχάλαστο τοπίο, είναι μια αρχέτυπη, ιδανική εικόνα της Ελλάδας!

...και κάθε βράδυ γύριζε με το λαό των γλάρων πιστή στα γυμνά πόδια σου να εμπιστευθεί νομίζεις
τον ύπνο των κυμάτων της μες στα θαλασσοσπηλιά...


«Απ’ τους ξανθούς αυτούς γιαλούς που ‘ναι πυκνά ντυμένοι
με πικροδάφνες αγριελιές και τον βυζαίνουν κρίνα
κάθε πρωί η Μεσόγειος θάλασσα ξεκινούσε
για της Λιβύης τις ακτές με κοραλλένια χαίτη
και κάθε βράδυ γύριζε με το λαό των γλάρων
πιστή στα γυμνά πόδια σου να εμπιστευθεί νομίζεις
τον ύπνο των κυμάτων της μες στα θαλασσοσπηλιά.
Τι μέγα δώρο ο φλοίσβος της μού χάριζε, θεέ μου,
σαν έφερνε κάποιων ναυτών Ελλήνων το τραγούδι!»

(«Μικρή Οδύσσεια», Ρίτα Μπούμη Παπά)

Τι είναι η Ελλάδα μας; Μην είναι τα paradise beach, τα πολυάριθμα apartments και τ’ αχανή ξενοδοχειακά συγκροτήματα των ακτών; Μην είναι οι αναρίθμητες αραδιασμένες ομπρέλες με τις σεζλόνγκ των όμορφων γραφικών παράλιων της χώρας; Μην είναι τα πολύβουα μπαρ της αγγλιστί διασκέδασης, των -κατά τ’ άλλα- «ήσυχων» νησιών μας; Μην είναι ο Greek musakas, ο τσολιάς στον Άγνωστο Στρατιώτη και η Ακρόπολη των εισιτηρίων;


Όχι, Ελλάδα δεν είν’ αυτά. Ελλάδα είναι ότι εκφράζει για τον Έλληνα η Χώρα του, κείνο που η ψυχή του αποτυπώνει ως εικόνα της, ότι δεν έχει ακόμα αλλοτριωθεί και μπορεί να υπάρξει ως αγνό, απλό και προσιτό.


Ο ξανθός γιαλός με το πεύκο ν’ ακουμπά το κύμα, είναι μια πρωτογενής ιδανική εικόνα της Ελλάδας. Εάν, όμως, σ’ αυτήν προσθέσεις τα ογκώδη ξενοδοχειακά συγκροτήματα της ακτής, τα πολύβουα παραλιακά μπαρ, για τη διασκέδαση των τουριστών-πελατών, τις σειρές από ομπρέλες και τις σεζλόνγκ, που θα καλύψουν κάθε γωνιά της επιθυμητής παραλίας, τότε πάει, χάθηκε η μαγεία... Ο παραδείσιος τόπος Θα μεταλλαχθεί και θα χάσει την αρχική του υπόσταση, το μέλλον του πια θα προσδιορίζεται με κριτήρια επιχειρηματικά-οικονομικά. Η οδυνηρή συνέχεια θα είναι περίπου αυτή: τα πεύκα της παραλίας θα κοπούν, για την εξυπηρέτηση δραστηριοτήτων της τουριστικής οικονομίας, το ξενοδοχειακό συγκρότημα θα «κατέβει» στην ακτή αποκτώντας ιδιωτική πλαζ, μέρος της ακτής θα μπαζωθεί για να γίνει μαρίνα κ.τλ.


Στα πλαίσια της τουριστικής αξιοποίησης της περιοχής λοιπόν, συμβαίνουν ανατροπές, μικρές ή μεγάλες καταστροφές. Τα απλά κι όμορφα, που θυμίζουν Ελλάδα, χάνονται ή αποτελούν μέρος ενός προκάτ συνόλου. Για ποια Ελλάδα μιλούμε τότε; Για ποια προσφορά και για ποιο τουριστικό προϊόν προβαλλόμαστε;


(Α. Καπετάνιος, από το βιβλίο “Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σε αυτή τη χώρα…”, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2009)

13.3.21

MANH 1821-2021: 200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η Ελλάδα χρωστά στην Μάνη μια παλικαρίσια αναγνώριση
 της συμβολής της στην επανάσταση του 1821.
Που σταμάτησε επιτέλους τη βαρβαρότητα και το
ιστορικόπισωγύρισμα του τόπου μας. Και μας
επέτρεψε σήμερα να ατενίζουμε μπροστά με ψηλά το κεφάλι!


[του Πέτρου Τζεφέρη] [by Tzeferis Petros]


 Η ορκωμοσία των Μανιατών Αγωνιστών της 17ης Μαρτίου 1821. 
Ανάγλυφη παράσταση, στην ομώνυμη πλατεία 17ης Μαρτίου,  
 έργο του Λαγειάτη γλύπτη Πέτρου Γεωργαρίου. 


Η κήρυξη της επανάστασης στη Μάνη, έλαβε χώρα στις 17 Μαρτίου του 1821. Αυτό ήταν το αποκορύφωμα μιας διεργασίας που ξεκίνησε πολλές δεκαετίες πριν. Πράγματι, η Μάνη, σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, παρέμεινε εν τοις πράγμασι απόρθητη, παρά τις πολλές απόπειρες των Τούρκων για την υποδούλωσή της. Μάλιστα, από το 1776, μετά τα Ορλωφικά, ανακηρύχθηκε σε ημιανεξάρτητη, φόρου υποτελής ηγεμονία, με διοικητή τον «μπέη της Μάνης» δηλ. έναν από τους καπεταναίους της περιοχής, που διοριζόταν υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης υπό την άμεση δικαιοδοσία του πασά της Πελοποννήσου.


Στην Μάνη, κατά την προεπαναστατική περίοδο, η Ιδέα της Εθνικής Αναγέννησης δεν ήταν μόνο μια θεωρητική ιδέα, αλλά μια ιδέα-δύναμη, μια ιδέα-σπαθί. Η φήμη των κατοίκων, σε συνδυασμό με τη σχετική θεσμική αυτοτέλεια της περιοχής και την τραχύτητα του χώρου, που μπορούσε να λειτουργήσει ως ορμητήριο και παράλληλα ως καταφύγιο, είχαν καταστήσει τη Μάνη στη συνείδηση τόσο των Ελλήνων όσο και των ξένων, ως την πιο κατάλληλη περιοχή για την έναρξη του μεγάλου αγώνα.

Οσο δε αφορά στο ότι οι Μανιάτες επιδίδονταν και στον πειρατικό βίο, την εξήγηση έδωσαν (από το 1791) οι φωτισμένοι λόγιοι Δημητριείς (Φιλιππίδης και Κωνσταντάς) :

«αυτό το έργο [την πειρατεία] για το οποίο κατηγορούνται οι Μανιάτες καταρχάς βέβαια θα το έκαμναν από ανάγκη τους, κατοικώντας έναν τέτοιο τόπο και προτιμώντας τον από κάθε άλλον δια την ελευθερίαν τους … ένας όμως γνωστικός στοχαζόμενος τον τόπο τους, στοχαζόμενος τον σκοπό τους οπού επιμένουν αυτού να τηγανίζονται επάνω εις ταις πέτραις, δεν ήθελε κινήση κατήγορη γλώσσα εναντίον τους..»

Ο καχύποπτος αλλά και οξυδερκής Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, κατάφερε να διακρίνει αργότερα (το 1819) το μέγα ζήτημα της επανάστασης που ερχόταν: «Εσείς οι Ελληνες μπρε κάτι μεγάλο έχετε στο κεφάλι σας. Δε βαφτίζετε πια τα παιδιά σας Γιάννη, Πέτρο, Κώστα παρά Λεωνίδα, Θεμιστοκλή, Αριστείδη. Σίγουρα κάτι μαγειρεύετε…».

 




Και η μεγάλη ώρα δεν άργησε. Τον Οκτώβριο του 1819, οι αρχηγοί συγκεντρώθηκαν στις Κιτριές, στο σπίτι του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, του τελευταίου μπέη της Μάνης, και υπέγραψαν συμφωνία για συνεννόηση και κοινή προετοιμασία. Επίσης πολλοί μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία.

Από τις αρχές του 1821, οι προετοιμασίες διεξάγονταν εντελώς απροκάλυπτα στην Προσηλιακή Μάνη, όπου η παρουσία της εξουσίας ήταν, ουσιαστικά, ανύπαρκτη και πιο ήπια στη Δυτική, όπου βρισκόταν η έδρα του μπέη. Στη Μάνη κατέφθασαν ο Παπαφλέσσας, ο Αναγνωσταράς και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, οι οποίοι περιφέρονταν στα χωριά και στρατολογούσαν τους κατοίκους.

Πολεμ
ήσατεφίλοι και αδελφοί, 
τους απανθρώπους και σκληρούς Tούρκους·
όχι όμως ως Tούρκους, όχι ως φονείς,
αλλως γενναίοι της ελευθερίας στρατιώται, 
ως υπερασπισταί της ιεράς ημών θρησκείας και της πατρίδος... 
(Αδ. Κοραής, Σάλπισμα Πολεμιστήριον,1801)

H επανάσταση ξεκίνησε από τη Μάνη στις 17 Μαρτίου 1821.  Μια πέτρα στήριξε την Ελληνική σημαία-λάβαρο της επανάστασης.  Σήμερα, στην καρδιά της Αρεόπολης, στην πλατεία 17ης Μαρτίου, βρίσκεται η πέτρα αυτή πλάι στο μνημείο για την έναρξη της Επανάστασης που απεικονίζει τη φτερωτή «Νίκη» σε λευκό μάρμαρο. Και λίγο πιο πέρα, στην κεντρική πλατεία της Αρεόπολης, την Πλατεία Αθανάτων, στέκει αγέρωχο το άγαλμα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, του τελευταίου μπέη της Μάνης (1765 – 1848).





Στις αρχές Μαρτίου, οι «κρυπτογραφημένες» επιστολές των οπλαρχηγών ζητούσαν από τον Πετρόμπεη να αρχίσει πρώτη η Μάνη τον αγώνα. Και έτσι έγινε. Στα μέσα Μαρτίου, οι τελικές αποφάσεις φαίνεται ότι είχαν ήδη ληφθεί καθώς οι συναντήσεις και οι ανταλλαγές επιστολών διακόπηκαν εντελώς. Οι αρχηγοί των πατριών είχαν πια αφοσιωθεί αποκλειστικά στην προετοιμασία των δυνάμεών τους.

Ακολούθησε η συγκέντρωση όλων των Μανιατών οπλαρχηγών, ύστερα από πρόσκληση του Πετρόμπεη, την 17η Μαρτίου 1821, στην Τσίμοβα, τη σημερινή Αρεόπολη. Εκεί μπροστά στο ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών «συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων». Και στο «Κοτρώνι» ύψωσαν την πρώτη επαναστατική σημαία, πρόχειρα κατασκευασμένη από λευκό ύφασμα, με γαλάζιο σταυρό στο κέντρο. Στην επάνω πλευρά έγραφε «Νίκη ή Θάνατος» και στην κάτω «ταν ή επί τας». Η σημαία της Εθνεγερσίας της Αρεόπολης εκτίθεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών.

Στις 23 Μαρτίου από την απελευθερωμένη από τους Μανιάτες Καλαμάτα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης απηύθυνε στα ευρωπαϊκά έθνη την «Προειδοποίηση», την πρώτη διακήρυξη της Επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο.

Η Ελλάδα χρωστά στην Μάνη μια παλικαρίσια αναγνώριση της συμβολής της στην επανάσταση του 1821. Που σταμάτησε επιτέλους τη βαρβαρότητα και το ιστορικό πισωγύρισμα του τόπου μας. Που ενέταξε ξεκάθαρα την Ελλάδα στο δυτικό πολιτισμό, δηλώνοντας ότι αγωνιζόμαστε για να σταθούμε ισότιμα, δίπλα στα πολιτισμένα ευρωπαϊκά έθνη. Και μας επέτρεψε σήμερα να ατενίζουμε μπροστά με ψηλά το κεφάλι!

ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Φιλιππίδης Δ. Κωνσταντάς Γ (1791) «Περί της Ελλάδος: Γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη», 1791, επιμέλεια Α. Κουμαριανού, Αθήνα, 1970.

Δημαράς Κ.Θ (1975). Το σχήμα του διαφωτισμού στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, τομ. ΙΑ, Αθήναι, 1975.

Δασκαλάκης, Α. (1975). «Η έναρξις της Επαναστάσεως εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί 2 (1975), 5-62.

Κουτσιλιέρης, Α. (1993). Ιστορία της Μάνης. Αρχαία – μεσαιωνική – νεώτερη, Αθήνα 1993.