8.5.18

Α. Καπετάνιος: ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ. Σπουδή του τόπου και θεώρηση του ελληνικού τοπίου

Το παρόν βιβλίο αποτελεί το κλείσιμο μιας τριλογίας.. που  ξεκίνησε με το “Αθήνα, ζεις; Η πόλη που έφυγε, η πόλη που μένει” (εκδόσεις Φιλιππότη, 2006). Συνεχίστηκε μ’ ένα ακόμα βιβλίο για το τοπίο, το έτος 2009, πάλι από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, με τον τίτλο “Τοπιογράφοι ελάτε γρήγορα σε αυτή τη χώρα…”.  Ακολούθησε το τωρινό τρίτο βιβλίο της τριλογίας, το έτος 2018, “Το ελληνικό τοπίο. Σπουδή του τόπου και θεώρηση του ελληνικού τοπίου”Συγχαρητήρια στον Α. Καπετάνιο  και για τα τρία βιβλία του.
Γιατί με απασχολεί ως αντικείμενο το τοπίο; Γιατί κατατρίβομαι πάνω από 20 χρόνια με τη διερεύνηση του ελληνικού τοπίου; Γιατί πολύ απλά είναι η “μεγάλη εικόνα” όπου συγκροτούμαστε˙ είναι το σύστημα μέσα στο οποίο υφιστάμεθα. Είναι, αν το θέλετε αλλιώς, η έννοια που αξιακά καθορίζει το ζην οπού προσδιοριζόμαστε - γιατί, π.χ., ένα υποβαθμισμένο τοπίο σημαίνει άνθρωπο που λειτουργεί ανάρμοστα στον τόπο, φθοροποιά και καταστροφικά στο περιβάλλον του. Μπορεί ο άνθρωπος να λειτουργεί μικροτοπικά, και με την πράξη του να συνίσταται επί συγκεκριμένου πεδίου, όμως το μερικόν αναφέρεται στο όλον, στο οποίο ο άνθρωπος υφίσταται και χαρακτηρίζεται ποιοτικά, αξιακά, ηθικά, κοινωνικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά, πολιτιστικά. Όλα τούτα που αποτελούν το συλλογικό πλάσμα του ανθρώπου στον τρόπο του να παρίσταται ενεργός στη γη, χαρακτηρίζουν την πορεία του και συγκροτούν το γίγνεσθαι βάσει του οποίου επέρχεται η εξέλιξη. Τα τοπία στην Ελλάδα, που με κοινή συνισταμένη αναφέρονται ως “ελληνικό τοπίο”, είναι αποτελέσμα πράξεων και λειτουργιών, που προκύπτουν από οικοσυστήματα στα οποία ο άνθρωπος κατά το μάλλον ή ήττον συμμετέχει˙ πάντως τα επηρεάζει με τον τρόπο του να ενεργεί στη γη. Δεν είναι εικόνα το τοπίο, δεν είναι σκηνικό, δεν είναι σύμβολο˙ είναι λειτουργία φυσική ή τεχνητή προσλαμβανόμενη ως αισθητική, ως αίσθηση, ως ζωτική αξία, ως εννόηση των γύρω στα πλαίσια μιας ολιστικής λειτουργίας του τοποσυστήματος.

Ο καλός μας ποιητής, ο “άγγελος” της ελληνικής ποίησης, ο Άγγελος Σικελιανός, είχε κάνει έναν ενδιαφέροντα διαχωρισμό αναφερόμενος στα “γύρα”, ενώ αλλιώς μιλούσε για το “γύρω”. Καθώς το “γύρω” γι’ αυτόν ήταν το μικροτοπίο οπού λειτουργεί ο άνθρωπος ενεργών, ενώ το παραπέρα, η μεγάλη εικόνα, ήταν τα “γύρα”, διά των οποίων αποδίδονταν η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Και τούτο διότι, ποια η αξία να ενεργείς θετικώς για εσέ φτιάχνοντας ένα καλό “γύρω”, έναν μικρόκοσμο, όταν αυτός δε θάχει ανταπόκριση με θετική συνεισφορά στο όλον, στα “γύρα”; Τα “γύρα” ως τοπίο θέλουν τα “γύρω”, που ως τόπος αποδίδονται με την ενέργεια του ανθρώπου σε αυτόν, τα οποία όμως πρέπει να υπακούουν σε μιαν ενεργειακή αρχή λειτουργίας, και να μη συνθέτονται ως ατομικό παράγωγο της προσωπικής ωφέλειας του πράττοντα. Και η έννοια του ποιητή κατά τον ποιητή-Άγγελο Σικελιανό συνίστατο ως αποτέλεσμα της έννοιας του “ποιώ”, δηλαδή το να ενεργώ ποιοτικά στον τόπο, το να έχω δημιουργικό παλμό, συνειδητή ενέργεια κι ευθύνη για μια ποιητική της πράξης, αυτής που δίνει ποιότητα στο γίγνεσθαι και φτιάχνει τα “γύρω” νάναι προορισμένα στα “γύρα”, κι όχι ανάρμοστα σε σχέση με αυτά -εξάλλου, η ποίηση και η ποιότητα εκκινούν από την ίδια ρίζα! Ανάλογα σκεπτόμενος είχε πει συμβολικά στην “Ιδιωτική Οδό” ο Οδυσσέας Ελύτης: “Ο αμπελουργός και ο ψαράς φτάνουν στον ίδιο βαθμό που φτάνει ο ποιητής”.

Σε τούτη την εννόηση του “ποιώ” εντάσσεται η έννοια του περιβάλλοντος, ως ευθύνη για τη σχέση του ανθρώπου με τα “γύρα”, ούτως ώστε να συγκροτείται μια ολότητα δημιουργική, ποιοτική κι αναγωγική στην πορεία των τόπων, δίνοντας τοπία που στη δυναμική τους εξελίσσουν, χωρίς μολοντούτο να αποχαρακτηρίζουν, διατηρώντας το αξιακό υπόβαθρο συγκρότησής τους και τη λειτουργία τους κατά το πνεύμα του τόπου, από το οποίο παίρνουν ρίζα κι έχουν θέμελα. Δεν είναι συνεπώς το περιβάλλον, ένα “περί του ανθρώπου σύστημα”, που τον περιβάλλει κι έχει ανθρωποκεντρική προόρηση, με εκμεταλλευτική λογική πάνω του, αλλά το σύστημα οπού υφίσταται ο άνθρωπος ως λειτουργός του και υπεύθυνος διαχειριστής του, καθορίζοντας με την πράξη του την εξέλιξή του, από την οποία εξαρτάται και η συνέχεια του ανθρώπινου είδους.

Για όλα αυτά, και πολλά άλλα που αναλύονται στο βιβλίο, θεωρείται σημαντική η έννοια του τοπίου για την πορεία του ανθρώπου στη γη. Μια έννοια που θα την έλεγα αγνοημένη, καθόσον δεν ασχολούμαστε με αυτήν, παρά το ότι είναι βασική, καθώς αποδίδει τη σχέση μας με το γη. Λιγοστό το συγγραφικό έργο γι’ αυτό, μικρή η πραγμάτευσή του, μόλις δε το 2010 εντάχθηκε στο ελληνικό δίκαιο η επικύρωση της ευρωπαϊκής σύμβασης για το τοπίο του 2000, με το νόμο 3827/2010. Κι όμως το ελληνικό τοπίο, που πραγματεύεται το παρόν βιβλίο, και είναι το μοναδικό βιβλίο που γράφτηκε με αυτό το ύφος και σε αυτό το πνεύμα, αναζητώντας στην πολλαπλή ανάγνωση των τόπων την εξήγηση του ελληνικού τοπίου κι έχοντας επίμονη και διαρκή την απαίτηση της διερμηνείας του τόπου, είναι το τοπίο που “μιλά”, που διανοεί και πάλλει. Καλεί να το νοιώσουμε, να στοχαστούμε, να το «σπουδάσουμε», να το βιώσουμε. Και όπως λέγω κάπου στο βιβλίο μου: “ο καλός που θα το ιδεί, θάχει κέρδος πάρει κι αγέρα - ανάσα ζωής, γενόμενος χορηγός και παραστάτης του…"

Το παρόν βιβλίο γράφτηκε με όρους φαινομενολογίας κι όχι τοπολογίας. Απέφυγε τη συστηματοποίηση και την τυπολογία, και εμβάθυνε στη φιλοσοφική εξήγηση του “φαινομένου”, δηλαδή του ελληνικού τοπίου. Προσπάθησε ν’ αποδώσει την έννοια του ελληνικού τοπίου καλλιεργώντας τη συνειδητή ιδέα γι’ αυτό, να το εξηγήσει και να το αναδείξει μέσα από την κοινωνία του με τον Έλληνα. Με τη φαινομενολογία διερευνούνται τα φαινόμενα που γίνονται αντιληπτά ενσυνείδητα, μέσω των αισθήσεων, αξιοποιώντας τη συνειδητή εμπειρία κι εξάγοντας τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της αντιληπτικής διαδικασίας και την οντότητα των εμπειρίων μας. Γίνεται δηλαδή μιαν ανάλυση του αισθητού. Με τον τρόπο αυτό πετυχαίνεται η εμβάθυνση της εξήγησης και ο αντιλήπτορας γίνεται θεωρός και συμμέτοχος στο φαινόμενο, που έτσι προσλαμβάνεται με ιδέα, με συνείδηση κι ευθύνη σε σχέση με τη διαχείρισή του. Ελπίζω, ως προς τούτο, το βιβλίο να πέτυχε έστω κατ’ ελάχιστον το στόχο του!

Το παρόν βιβλίο αποτελεί το κλείσιμο μιας τριλογίας. Μιας τριλογίας για το ελληνικό τοπίο που ξεκίνησε ασυνείδητα ως τέτοια, όταν γράφτηκε το πρώτο μου βιβλίο για το αττικό τοπίο και πιο συγκεκριμένα για το αθηναϊκό τοπίο, αυτό του λεκανοπεδίου της Αττικής, το έτος 2006, με τον εύγλωττο τίτλο “Αθήνα, ζεις; Η πόλη που έφυγε, η πόλη που μένει” (εκδόσεις Φιλιππότη). Συνεχίστηκε μ’ ένα ακόμα βιβλίο για το τοπίο, το έτος 2009, πάλι από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, με τον τίτλο “Τοπιογράφοι ελάτε γρήγορα σε αυτή τη χώρα…”, που αποτέλεσε μια φράση-παρότρυνση του Γάλλου ζωγράφου και περιηγητή Antoine-Louis Castellan το 1808 να επισκεφτούν οι ξένοι τη χώρα μας για τη φύση και τα τοπία της. Σε αυτό το βιβλίο γίνεται μια παρουσίαση κι ανάλυση των τοπίων της Ελλάδας, με βάση την ιστορία της, την κοινωνία και τον πολιτισμό της. Ακολούθησε το τωρινό τρίτο βιβλίο της τριλογίας, το έτος 2018, “Το ελληνικό τοπίο. Σπουδή του τόπου και θεώρηση του ελληνικού τοπίου”, που είναι αυτοέκδοση και με αυτό το βιβλίο, που εξηγήσαμε προηγούμενως τη γραφή και το περιεχόμενό του, συμπληρούται ένας κύκλος βαθιάς και επίπονης ενασχόλησής μου με την έννοια του τοπίου και δη του ελληνικού. Ένας κύκλος ογκώδους συγγραφής, που φυσικά ποτέ δεν κλείνει, και που στο σύνολο των τριών βιβλίων που συγγράφτηκαν καλύπτει πάνω από 1500 σελίδες, που ευελιπιστώ ν’ αποτελέσουν συνεισφορά στην ανάδειξη, προστασία και διαχείριση αυτού του πολύτιμου πολιτισμικού μας αγαθού, που δυστυχώς αγνοείται: του ελληνικού τοπίου.

Αντώνιος Β. Καπετάνιος, από την παρουσίαση του βιβλίου (Μπάγκειο 7/5/2018)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσβλέπω σε έναν ευπρεπή διάλογο χωρίς κακόβουλα και υβριστικά σχόλια που προσβάλλουν την αισθητική μας αλλά κι εκείνη της ελληνικής γλώσσας. Εντούτοις, όλα τα σχόλια δημοσιεύονται!