24.2.21

Το ρωμαϊκό έργο υδροδότησης του Γυθείου

Το Γύθειο, την περίοδο της ακμής του, απετέλεσε κέντρο του Κοινού των Ελευθερολακώνων, εξελίχθηκε σε κύριο λιμάνι της Λακωνίας ενώ ο πληθυσμός του ανερχόταν σε πάνω από 20.000 κατοίκους. Η ύδρευση του Γυθείου γινόταν από τον ποταμό Σμήνο με ένα σημαντικό τεχνικό έργο που περιλάμβανε τόσο υδραγωγείο όσο και δίκτυο ύδρευσης με κανάλια, ένα έργο ζωτικής σημασίας για την τότε σχετικά πυκνοκατοικημένη πόλη.
Εικ. Σχέδιο με δυνητικά έργα σε ένα έργο υδροδότησης πόλης

Τα νερά του φημισμένου για την «γλυκύτητα» των νερών του Σμήνου (Παυσανίας, ΙΙΙ, 24, 9), έδωσαν τη λύση στο ζήτημα υδροδότησης της τότε πρωτεύουσας των Ελευθερωλακώνων του Γυθείου.

Σήμερα διασώζονται ελάχιστα τμήματα του υδραγωγείου μέσα στην πόλη και στην Περιφέρεια Προσηλίου (τ. Στροτζά, Μπαρδουνοχώρια) κοντά στο φαράγγι του Σμήνου ποταμού, όπου υπάρχουν ακόμη υπολείμματα των τεχνικών έργων για την μεταφορά του νερού. Το Προσήλιο διοικητικά ανήκει σήμερα στον Δήμο ανατολικής Μάνης (πρώην Καποδιστριακός Δήμος Σμύνους), και περιλαμβάνεται σε μία ομάδα χωριών της βόρειας Μάνης, γνωστών ως Μπαρδουνοχώρια.

Ίχνη του αρχαίου δικτύου ύδρευσης του Γυθείου, όπως για παράδειγμα κανάλια, πελεκημένα σε βράχους αυλάκια και γεφύρια για τη διέλευση του δικτύου ύδρευσης πάνω από τους χειμάρους της περιοχής, εντοπίζονται σε διάφορα σημεία κατά μήκος του ποταμού Σμήνου, και στην ευρύτερη περιοχή του ομώνυμου δήμου.

Επίσης, στις δυτικές πλαγιές στο λόφο της Ακρόπολης Γυθείου, σώζονται τα ερείπια του Ρωμαϊκού υδραγωγείου (μια δεξαμενή όπου κατέληγε το μήκους 18 χλμ. υδραγωγείο) καθώς και ίχνη παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 3ου-4ου αιώνα

Το έργο ξεκίνησε από τη θέση Τζονάκες (Στροτζά). Το νερό μεταφερόταν μεσα απο ενα κλειστο πήλινο αυλάκι. Το αυλάκι αυτό ακολουθούσε τη δεξιά όχθη του ποταμού, μέχρι που το πέρασμα έγινε αδιάβατο, οπότε οι κατασκευαστές έχτισαν γεφύρι και συνέχισαν από την αριστερή πλέον όχθη του ποταμού, αλλά και από εκεί συνάντησαν νέο εμπόδιο, στη θέση Γαλαράκι.

Εικ. Με κατάλληλη τεχνογνωσία, υπομονή και επιμονή,  κατασκεύασαν
σήραγγα με μήκος περίπου 30μ. , ύψος από 1,2μ έως 1,4μ. και πλάτος 0,8μ.


Με κατάλληλη τεχνογνωσία αλλά και με μεγάλη υπομονή και επιμονή κατασκεύασαν σήραγγα με μήκος περίπου 30μ. , ύψος από 1,2μ έως 1,4μ. και πλάτος 0,8μ. για να περάσει.


Ακόμα και σήμερα, στην είσοδο και την έξοδο της σήραγγας, μπορείς να διακρίνεις τις ολόγλυφες μορφές του Ηρακλή.

Η απεικόνιση αυτή είναι υπόμνηση ότι το έργο απαίτησε ηράκλεια δύναμη για την ολοκληρωσή του.

Το υδρευτικό κανάλι, άλλοτε υπόγεια,αλλοτε υπέργεια συνέχισε την πορεία του μέχρι το Γύθειο στο λόφο πανω απο την Ακρόπολη (Άγιος Τρύφωνας).

Εκεί κατακευάστηκε νέα γέφυρα και μια μεγάλη κλειστή θολωτή δεξαμενή μηκους 17 μ.και πλάτους 4μ.χωρισμένη σε δυο διαμερίσματα.

 Εικ. Ακόμα και σήμερα, στην είσοδο και την έξοδο της σήραγγας (με μήκος περίπου 30μ., ύψος 1,3 μ. και πλάτος 0,8μ.) στη θέση Γαλαράκι στην περιοχή Προσηλίου (Μπαρδουνοχώρια), διακρίνονται οι σχεδόν ολόγλυφες μορφές του Ηρακλή που υποδηλώνουν το τιτάνιο έργο που απαιτήθηκε για την διάνοιξη. Φωτ. www.prosiliolakonias.gr


Από το δάπεδο της δεξαμενής ξεκινούσε ένα δικτυο πήλινων σωλήνων για την υδροδότηση των περισσότερων σπιτιών της πόλης και των δημοσίων κτηρίων.

Παράλληλα υπήρχαν σωλήνες που κατέληγαν σε πολλές δημόσιες κρήνες (βρύσες).

Ένας μύθος του αρχαίου Γυθείου μας περιγράφει την κατασκευή αυτού του τεράστιου έργου:

"..Στο Γύθειο...υπήρχε ενας βασιλιάς που είχε μια πεντάμορφη κόρη.Για την αγάπη της φιλονίκησαν ο Ηρακλής κι άλλο ενα αρχοντόπουλο.Η βασιλοπούλα τότε προκειμένου να διαλέξει τον καλύτερο τους ανέθεσε να κάνουν ένα μεγάλο έργο.Οι μνηστήρες πράγματι κατάφεραν μετά απο πολύ κόπο να κατασκευασουν το έργο υδροδοτησης του Γυθείου.Η βασιλοπούλα τοτε βρέθηκε σε δυσκολότερη θέση και επειδή δεν ήθελε μονομαχια θανάτου μεταξύ τους,πήγε στο μέρος που άρχισε το έργο και αυτοκτόνησε δίπλα σε μια ροδοδάφνη που από τότε ονομάζεται πικροδάφνη."


[https://www.anatolikimani.gov.gr/, ΜΠΑΡΔΟΥΝΟΧΩΡΙΑ, www.prosiliolakonias.gr]



6.2.21

Μάνη: Από πού πήρε το όνομά της;



Ασχολούμαστε σήμερα με την ετυμολογία της λέξης Μάνη, για την οποία, όπως θα δούμε, υπάρχουν διάφορες εκδοχές.

Γεωγραφικά και ιστορικά στοιχεία. Όπως είναι γνωστό, η Μάνη είναι ιστορική γεωγραφική περιοχή της νότιας Πελοποννήσου. Έχει έκταση περίπου 1800 τ. χλμ.Εκτείνεται στη μεσαία από τις τρεις χερσονήσους του νότιου τμήματος του Μοριά, που σχηματίζεται από τον ορεινό όγκο του Ταϋγέτου και καταλήγει στο ακρωτήριο Ταίναρο, χωρίζοντας συμβατικά το Ιόνιο από το Αιγαίο πέλαγος. Η Μάνη μοιράζεται μεταξύ των νομών Λακωνίας και Μεσσηνίας. Από το νομό Λακωνίας περιλαμβάνει τις πρώην επαρχίες Γυθείου και Οιτύλου και μερικά χωριά του ΝΔ τμήματος της πρώην επαρχίας Λακεδαίμονος, ενώ από τον νομό Μεσσηνίας περιλαμβάνει το ΝΑ τμήμα της πρώην επαρχίας Καλαμών. Το τμήμα που περιλαμβάνεται στο νομό Μεσσηνίας μέχρι το Οίτυλο ονομάζεται Έξω Μάνη. Το τμήμα από το Οίτυλο μέχρι τον Γερολιμένα Μέσα Μάνη και το τμήμα από το Γύθειο μέχρι το Ταίναρο ονομάζεται Κάτω Μάνη.
Ανθρώπινες εγκαταστάσεις διαπιστώνονται στη Μάνη από την παλαιολιθική εποχή (Αρεόπολη, Αλεπότρυπα Διρού κ.ά.). Ο Όμηρος υπήρξε ο πρώτος που αναφέρει πόλεις της Μάνης: Μέσση, Βοίτυλον, Καρδαμύλη, Ενόπη κ.ά. Αργότερα, η ιστορία της Μάνης ταυτίστηκε με εκείνη της Σπάρτης και διαχωρίστηκε από αυτήν όταν ιδρύθηκε το Κοινόν των Λακεδαιμονίων, το οποίο το 22 π. Χ. μετονομάστηκε σε κοινόν των Ελευθερολακώνων και διατηρήθηκε ως τα μέσα του 3ου μ. Χ. αιώνα, οπότε η Μάνη αποτέλεσε τμήμα του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους και στη συνέχεια του Βυζαντίου. Πώς όμως η περιοχή πήρε το όνομα Μάνη;

Μάνη: Ετυμολογική προσέγγιση του ονόματος

Ο πρώτος που αναφέρεται στην περιοχή με το όνομα Μαΐνη είναι ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, ο οποίος στα μέσα του 10ου αιώνα έγραφε:«Ιστέον ότι η του κάστρου Μαΐνης ουκ εισίν από της γενεάς των προρρηθέντων Σκλάβων (Σλάβων), αλλά εκ των παλαιότερων Ρωμαίων, οι και μέχρι του νυν παρά των εντοπίων Έλληνες προσαγορεύονται, διά το εν τοις προπαλαιοίς χρόνοις ειδωλολάτρας είναι και προσκυνητάς των ειδώλων κατά τους παλαιούς Έλληνας, οίτινες επί της βασιλείας του αοιδίμου Βασιλείου βαπτισθέντες χριστιανοί γεγόνασιν. Ο δε τόπος εν ω οικούσιν εστίν άνυδρος και απρόσοδος, ελαιοφόρος δε» («Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν). 
Σύντομη ιστορία της Μάνης - Όλες οι πιθανές εκδοχές για την προέλευση του ονόματος Μάνη – Ποια είναι η επικρατέστερη άποψη;




Ο Απ. Β. Δασκαλάκης στο βιβλίο του, «Η ΜΑΝΗ ΚΑΙ Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ, 1453-1821», ο οποίος αναφέρει το παραπάνω απόσπασμα, προσθέτει τα εξής:
α) οι Μανιάτες ήταν οι τελευταίοι από τους Έλληνες που έγιναν Χριστιανοί. Ο Α. Δασκαλάκης έγραψε το βιβλίο του το 1923. Νεότερες έρευνες όμως έδειξαν ότι οι Μανιάτες είχαν γίνει Χριστιανοί νωρίτερα, καθώς επισημάνθηκαν τρεις βασιλικές στην Κυπάρρισο κοντά στον οικισμό Άλικα του Αγίου Ανδρέα (6ος αι.), του Μοναστηρίου(5ος – 6ος αι.) και του Αγίου Πέτρου, από την οποία σώζεται τμήμα της κόγχης του ιερού σε ύψος 5 – 6 μέτρων. Σε μεταγενέστερη εποχή αλλά σίγουρα πριν τη Μακεδονική δυναστεία, χρονολογείται επίσης μια μικρή μονόχωρη και σήμερα μισογκρεμισμένη εκκλησία στον οικισμό Κοίτα (ή Κίττα) αφιερωμένη στον Άγιο Προκόπιο. Η παλαιότερη φάση της ζωγραφικής διακόσμησης δεν περιλαμβάνει εικόνες και χρονολογείται στα χρόνια της εικονομαχίας (726 – 842).

Ο αυτοκράτορας Βασίλειος, στον οποίο αναφέρεται ο Κωσταντίνος Πορφυρογέννητος, είναι είτε ο Βασίλειος Α’(867 – 886) είτε ο Βασίλειος Β’ Βουλγαροκτόνος(976 – 1025).

β) μόνο οι Μανιάτες διατηρούσαν μέχρι τον 10ο μ. Χ. αιώνα την επωνυμία Έλληνες κι όπως γράφει και ο Gustav Friedrich Hertzberg ήταν ως τότε οι Μανιάτες πραγματικά γνήσιοι Έλληνες και οι αμιγείς απόγονοι των Ελευθερολακώνων.

γ) ποτέ δεν αναμείχθηκαν οι Μανιάτες με τους Σλάβους (Εζερίτες, Μηλιγγούς και άλλους)που είχαν εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο και

δ) άκρως ενδιαφέρον είναι ότι τον 10ο αιώνα υπήρχε στην περιοχή φρούριο με το όνομα Μαΐνη.

Το φρούριο αυτό χτίστηκε πιθανότητα στα χρόνια του Ιουστινιανού (περιοδικό Πανδώρα τόμος ΚΒ σελ. 157) στο ακρωτήριο Τηγάνι κοντά στο λιμάνι που Μεζάπου, όπου σώζονται παλαιές κινστέρνες. Σύμφωνα με τον Α. Δασκαλάκη, από το φρούριο αυτό (Μαΐνη) ονομάστηκε ολόκληρη η γύρω περιοχή Μαΐνη και αργότερα Μάνη.

Ο Α. Δ. Δασκαλάκης παραθέτει και άλλες εκδοχές για την ετυμολογία της λέξης Μάνη, τις οποίες όμως δεν αποδέχεται. Το φρούριο της Μάνης, το οποίο αναφέρεται στο «Χρονικόν του Μορέως» και από τον Δωρόθεο Μονεμβασίας, ήταν χτισμένο από τον ηγεμόνα των Φράγκων Γουλιέλμο σε άλλη περιοχή. Αποκλείει έτσι την φραγκική προέλευση του ονόματος Μάνη. Υπάρχει επίσης η άποψη ότι η λέξη Μάνη προήλθε από την ευρεία περιφέρεια της επισκοπής της (Magna episcopa), όμως αυτό αποκλείεται, καθώς δεν υπήρχαν επισκοπές όταν χτίστηκε το φρούριο Μαΐνη. Άλλη εκδοχή ετυμολογεί τη λέξη Μάνη από τη λατινική λέξη “Manes” «σκιά νεκρού», καθώς οι αρχαίοι πίστευαν ότι στο Ταίναρο υπήρχε πύλη του Άδη. Υπάρχει ακόμα η άποψη, κατά τον Α. Δ. Δασκαλάκη ότι η λ. Μάνη προήλθε από το λατινικό maina «κατέβασμα ιστίων», καθώς στις μεγάλες τρικυμίες τα παραπλέοντα το Ταίναρο πλοία κατέβαζαν τα πανιά τους και έμπαιναν για ασφάλεια στο λιμάνι που βρίσκεται κάτω από το φρούριο. Ο Δωρόθεος Μονεμβασίας θεωρεί ότι οι Μανιάτες ονομάστηκαν έτσι: «διατί φυλάγουν την μανίαν και την κακίαν μέσα εις την καρδίαν και δεν την μεταβάλλουν ποτέ ες αγάπην και διά τούτο ονομάσθη ο τόπος εκείνος Μάνη». Όμως οι κάτοικοι της Μάνης ονομάζονταν Μαϊνώται (Mainotti) και πριν την τουρκοκρατία. Τέλος, μια εκδοχή ευρέως διαδεδομένη, είναι ότι το όνομα Μάνη προέρχεται από το λατινικό Manus= χέρι, γιατί πραγματικά η περιοχή έχει το σχήμα βραχίονα και μάλιστα σε πολλά έγγραφα ονομάζεται Brazzo di Maina «Βραχίονας της Μάνης», η δε σημαία των Μανιατών είχε ως σύμβολο χέρι που κρατά ξίφος. Την εκδοχή αυτή ενστερνίζεται και ο Α. Πετρίδης (Πανδώρα, τ. ΚΒ’, σ. 157) και προσθέτει ότι η λ. Μαΐνη προήλθε από την τάση των Βυζαντινών να προσθέτουν ή να αφαιρούν γράμματα για τον εξελληνισμό λατινικών λέξεων.

Αυτές είναι οι εκδοχές που παραθέτει ο Α. Δ. Δασκαλάκης χωρίς όμως να τις υιοθετεί και καταλήγει στην αρχική ότι δηλαδή Μάνη=Μαΐνη, φρούριο χτισμένο στα χρόνια του Ιουστινιανού.

Η άποψη του Δικαίου Βαγιακάκου

Ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες φιλολόγους – γλωσσολόγους ήταν αναμφίβολα ο Μανιάτης (από την Κοίτα Λακωνίας) Δικαίος Βαγιακάκος (1917 – 2016), στο οποίο είχαμε αναφερθεί εκτενώς στο άρθρο μας για το αν ο Μέγας Ναπολέων είχε ελληνικές ρίζες. 

Φυσικά, ο Δ. Βαγιακάκος ασχολήθηκε εκτενώς και με την ετυμολογία της λέξης Μάνη. Παραδόξως, ούτε ο Δ. Βαγιακάκος ούτε ο Χ. Π. Συμεωνίδης στο «ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΟΙΚΩΝΥΜΙΩΝ» ,δεν αναφέρονται καθόλου στην εκδοχή που θεωρεί επικρατέστερη ο Α. Δ. Δασκαλάκης.

Ο Δ. Βαγιακάκος παραθέτει τις περισσότερες από τις εκδοχές που αναφέραμε παραπάνω και προσθέτει και τις εξής:

α) Οι Στεφανόπουλοι (1800)ανήγαγαν την ετυμολογία «εις την μανίαν των κατοίκων και το μίσος των κατά των Τούρκων».

Β) Ο Φαλμεράιερ ετυμολογεί το όνομα Μάνη από το ρήμα «μαίνεσθαι» (πάλι καλά που δεν το ετυμολογεί από κάποιο σλαβικό ρήμα…).

γ)ΟΆγγελος Καππώτας (1880) ,παρατηρεί ότι «η λέξις Μάνη έχει σχέσιν προς την μήνιν του Ομήρου ήτις δωριστί λέγεται μάνις. Και ότι μεν οι Σπαρτιάται ήσαν ανδρείοι, αδιαφιλονίκητοι εστίν. Ότι δε ήσαν και μνησίκακοι, ήτοι εκδικητικοί και τούτο εστί βέβαιον. Εκ του δεύτερου δε τούτου χαρακτηριστικού προέκυψε τοπογραφικώς η Μάνη, ήτις ουδέν άλλο σημαίνει, ει μη τόπο εκδικήσεως».

δ) Ο Πέτρος Κανελλίδης (1888)ανήγαγε το όνομα εις το «Magna» γράφοντας: «Αυτό το όνομα Μάνη εκ του Magna πιθανώς γινόμενον και αρχικώς δηλούν πολίχνην τινά κειμένη επί του Ταϋγέτου φέρει ακόμη κώμη τις των Γρεβενών».

ε) Ο Δ. Αλεξανδράκος (1892) λέει:» δυσχερές να ορίσει τις των χρόνων και τον λόγον δι’ ον(για τον οποίο) η χώρα αυτή ονομάσθη Μάνη. Πιθανώς η ονομασία αυτή της απεδόθη διά το θυμοειδές και αδάμαστον των κατοίκων της ή ένεκεν του μανιώδους μίσους υφ’ ου κατά των εχθρών ενεπνέοντο οι κάτοικοι».

στ) Ο Ι. Πατσουράκος (1910) παρατηρεί ότι: «Μάνη εκλήθη όχι ως ο Λικ ισχυρίζεται εκ του maina και ο Γ.Κροίσος εκ του μάνα, το οποίον, ως και σήμερον, πηγήν ύδατος σημαίνει, αλλ’ εκ του μαίνεσθαι, ουχί όμως διά την μανίαν των κατοίκων προς αντιδικίαν, ως ο Δωρόθεος αναφέρει, αλλά διά το ο(για το οποίο) και τους την σήμερον οικούντας την χώραν των λοιπών ομόφυλων των διακρίνει, μετά μανίας εμμένει εις τα πάτρια».

ζ) Κάποιοι ετυμολογούν τη λ. Μάνη από τη μανία των κυμάτων στο Ταίναρο, όπου συχνά η θάλασσα είναι τρικυμιώδης.

η) Ο Π.Φουρίκης (1928)ετυμολογεί τη λέξη Μάνη από την αλβανική λέξη μάν-ι (μουριά). Δεν κατόρθωσε όμως να αποδείξει, αφού η κάθοδος των Αλβανών στην Ελλάδα είναι πολύ μεταγενέστερη (14ος αιώνας), από την εμφάνιση του ονόματος Μάνη, πώς είναι δυνατόν να δόθηκε αλβανικό όνομα σε τόπο όπου Αλβανοί δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ;

θ)Ο Γ. Καψάλης εκφράζει την άποψη ότι η ονομασία Μάνη πιθανόν προέρχεται από τη λ. μανή= λεπτή γη.

Ο Δ. Βαγιακάκος δέχεται την ετυμολογία που πρότεινε πρώτος ο Ε. Πεζόπουλος (1938) και την αποδέχθηκε και ο σπουδαίος καθηγητής Δ. Γεωργακάς. Η λ. Μάνη προέρχεται από το επίθετο μανός, άδεντρος τόπος. Το επίθετο μανή(γη), καθώς ουσιαστικοποιήθηκε με αναβιβασμό του τόνου, έδωσε τον τύπο Μάνη (δηλ. χώρα ξερή και άνυδρη). Ο βυζαντινός τύπος Μαΐνη προήλθε από την ανάπτυξη ενός ημίφωνου ι, δηλαδή Μάινη και ως λόγιος τύπος ,Μαΐνη. Οι τύποι αυτοί απαντούν στο Χρονικόν του Μορέως. Ο κάτοικος της Μάνης αρχικά λεγόταν Μαϊνώτης – Μανιάτης (Mainotti).


Η άποψη του Χ. Π. Συμεωνίδη

Ο. Χ. Π. Συμεωνίδης παραθέτει εκτός από κάποιες εκδοχές στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω και μερικές ακόμα. Ο Κ. Άμαντος, διαπρεπής βυζαντινολόγος, δέχεται την ερμηνεία από το επιθ. «μανός, -ή».

Ο Γ. Φραντζής κάνει αναφορά σε πόλη Μάνη και ονομάζει τη χώρα Μανή. Με τον Π.Φουρίκη συμφωνεί και ο Κ. Μπίρης (αλβανική προέλευση της λέξης). Όμως δε νομίζουμε ότι έχει δίκιο. Ο Χ. Συμεωνίδης αναφέρεται και σε νησί της Λιβύης, το οποίο στα ελληνιστικά χρόνια ονομαζόταν Μάγνα, και το συσχετίζει με τη Μάνη μέσω του λατινικού magna. Ο Vasmer, στον οποίο είχαμε αναφερθεί στο άρθρο μας για τα ελληνικά τοπωνύμια, συντάσσεται με την άποψη του Δ. Γεωργακά στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Μια σημείωση για κάποιους αναγνώστες που έχουν γράψει διάφορα σχόλια στο άρθρο για τα τοπωνύμια: η λ. τόρνος είναι ελληνική, παράγεται από το αρχαίο ρήμα (υπάρχει ήδη στον Ησίοδο)τείρω = φθείρω. Ακολούθησαν οι Λατίνοι με το ρ. tero. Όσο για το τοπωνύμιο Τύρναβος αναφέρεται αρχικά ως Τόρνοβος (1464) και ως Τούρναβος σε πατριαρχικό σιγίλλιο(έγγραφο) του 1521. Πιθανότατα είναι σλαβικό τοπωνύμιο και σημαίνει αγκαθοτόπος(πβ. πόλη της Βουλγαρίας Velico Turnovo). Επανερχόμενοι στη Μάνη αναφέρουμε ότι ο Πίρι Ρέις στο «Βιβλίο της Ναυσιπλοΐας» (1520-1526) αναφέρει τη Μάνη ως Manya(τουρκική λέξη).

Επίλογος

Αναζητήσαμε στο βιβλίο «Περί κτισμάτων» του Προκόπιου κάστρο Μαΐνη, δεν βρήκαμε όμως κάτι τέτοιο. Ο Α. Δ. Δασκαλάκης έγραψε το βιβλίο του το 1923.  Αν όντως υπήρχε το κάστρο που αναφέρει ο Πορφυρογέννητος, τότε μάλλον έχει δίκιο. Διαφορετικά, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι το κάστρο της Μαΐνης είναι αυτό που αναφέρεται στο «Χρονικόν του Μορέως», το οποίο χτίστηκε από τους Φράγκους, συγκεκριμένα τον Γουλιέλμο Βιλεαρδουίνο το 1250, ένα χρόνο μετά το κάστρο του Μυστρά. Και η λέξη Μάνη προέρχεται πιθανότατα από το μανή (γη) = άδενδρος τόπος. Δεκτές φυσικά οποιεσδήποτε άλλες απόψεις. 

Πηγές: ΑΠ. Β. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ, «Η ΜΑΝΗ ΚΑΙ Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ», Α’ Έκδοση 1923, Α’ Αναστατική Έκδοση, Εκδόσεις Πελασγός 2001.
Δικαίος Βαγιακάκος «ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ»
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ «ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΟΙΚΩΝΥΜΙΩΝ» ,ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2010.

24.1.21

Γιατί απεικάζω;

[του Αντώνη Καπετάνιου]


Τελικά, τ’ απεικάσματα είναι αλήθειες, πραγματώσεις που τις ζεις συμβολικά. Τα νομίζεις παιχνίδι του μυαλού, σχήματα τυχαία, εικόνες πλάνες, απροσδιόριστες, χωρίς νόημα κι αξία. Όμως όχι, έχουν να πουν κάτι, πολλά μάλλον, και πρέπει να τ’ αποκρυπτογραφήσεις στο εντός σου, να τα εξηγήσεις σύμφωνα με τη θεώρησή σου για να τα προσλάβεις στη θετική τους απόκριση.

Είναι φορές που κλείνω σφιχτά, ερμητικά τα μάτια κι αφήνομαι στις εικόνες του μυαλού, στους σχηματισμούς που φτιάχνει η υπερβατική αίσθηση, στα σύμβολα που νοιώθεις όταν απεικάζεις. Είναι, αλήθεια, κάτι το δυνατό, αν έτσι το αισθανθείς, το να νοιώθεσαι συμβολικά κατά την εννόησή σου, το να γίνεσαι βαθύς στον εαυτό σου με το κλείσιμο των οφθαλμών, με τη σφράγισή τους θελητά στο εντός σου. Κι είν’ όλα αυτά τα σχήματα της υπερβασίας σου οι εκφράσεις της ψυχής σου, που σου αποδίδονται ως ζωντανοί κυβιστικοί σχηματισμοί τού μέσα σου, που πάλλονται εκφράζοντας τον υπερρεαλισμό σου.
 
Τελικά, τ’ απεικάσματα είναι αλήθειες, πραγματώσεις που τις ζεις συμβολικά. Τα νομίζεις παιχνίδι του μυαλού, σχήματα τυχαία, εικόνες πλάνες, απροσδιόριστες, χωρίς νόημα κι αξία. Όμως όχι, έχουν να πουν κάτι, πολλά μάλλον, και πρέπει να τ’ αποκρυπτογραφήσεις στο εντός σου, να τα εξηγήσεις σύμφωνα με τη θεώρησή σου για να τα προσλάβεις στη θετική τους απόκριση.
Απεικάζεις γιατί υπάρχεις ζώντας στο επί διά του εντός σου. Κι έχεις την υποχρέωση ν’ αποδίδεσαι συγκροτούμενος στη φύση σου ως δημιουργός στο παρόν σου. Η εξήγησή σου αποτελεί πράξη, βασική και θεμελιακή, της σπουδής σου στον εαυτό σου –για το λόγο αυτό πρέπει ν’ απεικάζεις ̇ διά τούτο απεικάζω...
 
Απείκασμα είναι μιαν αντίληψη, μια νόηση, π’ αποδίδεται ως παράσταση στη ζωή και πρέπει να την προσλάβεις για να την εννοήσεις. Πρέπει ως βίωμα να την ορίσεις και στην τέτοια ουσιαστική της πρόσληψη έχει καταστεί μέρος της φύσης σου και του τρόπου σου που θεωρείσαι. Όλα κείνα που αποτελούν βιώσεις στη ζωή σου, αν εξηγηθούν και καταστούν λειτουργικά της στοιχεία με την επενέργειά τους στο Είναι σου, ως αποδόσεις σπουδής του εντός σου, διαμορφώνουν τη συγκρότησή σου κατά το συμμέτοχο στον κόσμο σου.
 
Ποιώντας απεικάζεις, αποδίδοντας την ψυχή σου σύμφωνα με την εννόησή σου. Φτιάχνεις ποιήματα τού εντός σου, νοήσεις του μυαλού κοιτάμενος μέσα σου κι έχοντας βαθιά σου την αίσθηση του εαυτού σου. Αποδιδόμενος συμβολικά εκφράζεις τα νοήματά σου σαν όπως κλείνοντας τα μάτια και βλέπεσαι σχηματικά, με τ’ απεικάσματα τού εντός σου. Η υποχρέωσή σου να εξηγείσαι άγεται από την ανάγκη σου να υπάρχεις και να ζείσαι στον κόσμο σου ̇ και για νάναι αυτό δυνατό πρέπει ν’ απεικάζεις, δηλαδή να εκφράζεσαι στον υπερρεαλισμό σου.
 
Είναι, υπό αυτή την έννοια, τα ποιήματά σου απεικάσματα, ως σχηματικές αναπαραστάσεις της ψυχής, που συμβολοποιείται το νόημά τους με την ευθύνη του μυαλού και την αίσθηση της καρδιάς. Είναι συνεπώς οι ποιήσεις νοήματα του εαυτού, του γύρω σου, του κόσμου σου ̇ είναι εκφράσεις της ψυχής. Ενυπάρχεις στο εντός και ζώντας ποιείς στο όλον ως δημιουργός ̇ άλλως ανύπαρκτος είσαι στο εντός σου και απροσδιόριστος στο επί σου. Έχουμε ανάγκη την ποίηση για να οριζόμαστε, να εννοούμαστε και να αισθανόμαστε ως δημιουργοί και ως προσλήπτορες της δημιουργίας, ως νοοί και αισθητοί στον κόσμο μας.
 
Για το λόγο τούτο και ποιούμε παρόντες, γιατί απέχοντας κι αποποιούμενοι την ποιητική φύση μας, απογινόμαστε ως άρριζοι του εαυτού μας. Θέλουμε να κλείνουμε τα μάτια, να συμβολοποιούμε το εντός και να εξηγούμαστε, να ονειρευόμαστε, διότι, ποια η αξία της ζωής όταν στο Είναι σου δε βλέπεσαι και καθίσταται ξένος ο εαυτός τού μέσα του. Η εξήγησή μας είναι η ανάγκη της έκφρασης στον κόσμο με τη δημιουργία και την αίσθησή μας στο όλον.

Απεικάζουμε λοιπόν ως δημιουργοί και δημιουργούμε ως ποιητές. Τα ποιήματά μας είναι το εννοείν του εστίν.
 
(ο πρόλογος από την ποιητική συλλογή “Απεικάσματα”, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2021, https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=56670)

22.1.21

ΑΝΔΡΙΑΝΟΥ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ...




Τον βίο, το έργο, την κληρονομιά και τις περιπλανήσεις του Αδριανού προσέγγισε στις 19 Ιανουαρίου στις 7 το απόγευμα (μέσω zoom) στην πολιτιστική πλατφόρμα Rembrandt and the Cat, ο αρχαιολόγος Τάσος Παπαδόπουλος.

 

Ένας Graeculus ήταν ο Αδριανός, δηλαδή ένας μικρός Έλληνας. Ένας περιπλανώμενος αυτοκράτορας που περιηγήθηκε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία του όχι μόνο για να πολεμήσει, αλλά και για να γνωρίσει τους λαούς που συναποτελούσαν το ψηφιδωτό του αχανούς ρωμαϊκού imperium. Γερμανία, Γαλατία, Βρετανία, Βελγική, Ναρβωνίτιδα, Ακουιτανία, Νουμιδία, Αίγυπτος, Μοισία, Ελλάδα, Θράκη, Ιουδαία, Συρία, Κιλικία, Καππαδοκία, Φρυγία, Παννονία και Λυκία, αποτελούν μερικούς μόνο από τους σταθμούς των ατέρμονων περιπλανήσεών του. 

Ο Αδριανός προίκισε τον κόσμο με μια πολιτιστική κληρονομιά η τεράστια αξία της οποίας είναι δύσκολο να αποτιμηθεί. Περικαλλείς ναοί, θριαμβικές αψίδες, πολυτελείς βίλες, δημόσια έργα, θέατρα και στοές, στάδια και βιβλιοθήκες, που ακόμη και σήμερα προκαλούν τον θαυμασμό με την καλαισθησία και τη μνημειακότητά τους. Στο πρόσωπο ενός νεαρού Έλληνα απαράμιλλου κάλλους από τη Βιθυνία της Μικράς Ασίας θα γνωρίσει έναν έρωτα αποκαλυπτικό. Έναν έρωτα που θα πνιγεί στα θολά νερά του Νείλου για να γίνει Θεός και να λατρευτεί από τα εκατομμύρια των υπηκόων του ως ο αρχετυπικός έφηβος, ο αιώνιος παῖς που δε γέρασε ποτέ. Το όνομα αυτού, Αντίνοος. 


16.1.21

ΑΡΓΥΛΙΑΣ προσηλιακής Μάνης: πλάϊ στο Δρυαλί...





To όνομα προέρχεται πιθανά από το δέντρο της αγροελιάς, η οποία ευδοκιμεί στη γενικότερη περιοχή της προσηλιακής Μάνης. Η Αγροελιά, που με τον καιρό μετονομάστηκε σε Αγριλιά και κατέληξε να ονομάζεται Αργυλιά, αναφέρεται και ως Αργυλιάς, αφού οι ντόπιοι χρησιμοποιούν κυρίως την αρσενική εκδοχή της ονομασiας.

Ο οικισμός του Αργυλιά βρίσκεται στην προσηλιακή Μάνη. Ανήκει στο δήμο Ανατολική Μάνης και βρίσκεται πολύ κοντά στο γειτονικό χωριό του Δρυμού [παραδοσιακή ονομασία Δρυαλί. Το χωριό εκτείνεται στους πρόποδες του όρους Σαγγιάς. Οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού δεν ξεπερνούν τους επτά. Έχει προσανατολισμό νοτιοανατολικό και βρίσκεται σε υψόμετρο 160-200μ. Η κύρια οδική αρτηρία του χωριού είναι ο δρόμος που οδηγεί στο Δρυμό, όταν η κατεύθυνση είναι από το Βορρά προς το Νότο. Το ρέμα του χωριού χωρίζει τον τόπο σε δύο περιοχές. Το πρώτο κομμάτι του χωριού εδράζεται στους πρόποδες της μίας πλαγιάς, ενώ το δεύτερο βρίσκεται αντικριστά του πρώτου.

Ο οικισμός, συγκριτικά με άλλους οικισμούς στη Μάνη, είναι νεόδμητος. Μέχρι και το 1700 δεν υπήρχαν κτίσματα στη σημερινή τοποθεσία του Αργυλιά (με εξαίρεση τα μεγαλιθικά κτίσματα της αρχαιότητας), καθώς ο οικισμός ταυτιζόταν με την περιοχή γύρω από ένα μοναστήρι, βορειότερα και ψηλότερα της τωρινής του θέσης. Το μοναστήρι δε βρίσκεται σε τυχαία θέση. Ενώ δε διακρίνεται με ευκολία από την ακτή, έχει άψογη ορατότητα στη θάλασσα. Ακόμα, κοντά βρίσκεται ένας πελώριος βράχος, τον οποίο χτύπαγαν με τις λεγόμενες κουντουνόπετρες, με συγκεκριμένο σύνθημα, ανάλογα με το ποιο από τα γειτονικά χωριά κινδύνευε από την πειρατεία. Λέγεται πως κατά την άφιξη Ενετών στις ακτές τις Ανατολικής Μάνης, οι ίδιοι ακολούθησαν τα γουρούνια που ανέβαιναν το βουνό και έφτασαν στον οικισμό. Ορισμένα από τα νεότερα μέλη του οικισμού, σε αντίθεση με τους ηλικιωμένους και τα παιδιά, κατάφεραν να ξεφύγουν από τις λεηλασίες των ξένων και μετακινήθηκαν στην τοποθεσία στην οποία βρίσκεται το χωριό σήμερα.

Η αρχική εγκατάσταση έγινε στο σημερινό κεντρικό κομμάτι του χωριού. Σε αυτό το κομμάτι εγκαταστάθηκε η οικογένεια των Λεωτσάκων, οι οποίοι είχαν και τον πρώτο λόγο στο χωριό. Αποτέλεσμα του εθίμου οι άρρενες να δίνουν εκτάσεις γης έξω από το χωριό στις νιόπαντρες κόρες της οικογένειας, ήταν η δημιουργία ενός νέου δομικού ιστού, απέναντι από το ρέμα, που τότε δεν ανήκε στην περιοχή του χωριού. Ο νεαρός γαμπρός των Λεωτσάκων από άλλο χωριό, ονόματι Κατσικάρος, εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του στην περιοχή που αργότερα ορίστηκε ως η περιοχή της οικογένειας των Κατσικάρων. Για δεκαετίας υπήρχε κόντρα μεταξύ των δύο οικογενειών, διότι οι μεν Λεωτσάκοι είχαν μάθει να κάνουν κουμάντο στην περιοχή, ενώ οι Κατσικάροι (που είχαν παράδοση στον κατασκευαστικό τομέα) επεδίωκαν την κατάργηση της οικογενειοκρατίας στο χωριό. Μετά από πολλές δεκαετίες, όταν κι οι Λεωτσάκοι έδωσαν γη σε ένα πιο ψηλό κομμάτι του βουνού σε έναν άλλο γαμπρό ονόματι Σουκαράς (με τη δημιουργία της τρίτης περιοχής όσο αφορά τις οικογένειες), υπήρξε συμφιλίωση μεταξύ των δύο επικρατούντων οικογενειών. Παράδειγμα αποτελούν οι μόνοι ντόπιοι κάτοικοι του χωριού, ο κ. Λυκούργος και η κ. Αθηνά, που είναι παντρεμένοι και ο μεν είναι από την οικογένεια των Κατσικάρων ενώ η δε από τους Λεωτσάκους.

Τεκμήριο της στενής επαφής των δύο οικογενειών είναι το γεγονός ότι ο κ. Λυκούργος και η κ. Αθηνά είναι τρίτα ξαδέρφια. Όπως σχεδόν όλα τα χωριά στην Ελλάδα, έτσι και ο Αργυλιάς, την εποχή που αριθμούσε δεκάδες κατοίκους, ήταν μια κλειστή κοινωνία στην οποία κυριαρχούσαν κάποιοι κανόνες. Παρά τα στερεότυπα και το διαφαινόμενο ρατσισμό απέναντι στα θήλεα της οικογένειας, που αναγκάζονταν να μετακομίσουν έξω από το χωριό όταν παντρεύονταν γαμπρό από άλλη οικογένεια, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του κ. Λυκούργου υπήρχε μια ισορροπία στην κατανομή των εργασιών στο σπίτι.

Πηγή: https://oimaniateseinaipantou.blogspot.com/p/blog-page_713.html?fbclid=IwAR1eyKB4s4NxhwcMhIDglJqQjcp0_8OAUuD7-yFtrPVW6TUW2WqGb2GY8hY