16.6.18

Κάποτε υπήρχε η γειτονιά...

«Κάποτε υπήρχε η γειτονιά.Τα σπίτια της, οι μάντρες της, η αλάνα και των παιδιών της οι φωνές…
Ερήμωσε η γειτονιά…Δίχως παιδιά και δίχως χελιδόνια» («Ερήμωσε η γειτονιά», Θανάσης Φροντιστής)

«Θυμάμαι την εύκαρπη της γειτονιάς μου μήτρα,
το παιδομάνι της ξεγνοιασιάς,
τους αμφίρροπους πετροπόλεμους,
τις φωνές, που έπλεχαν γιρλάντες πολύχρωμες χαράς…»

(«Η γειτονιά της πίκρας μου», Π. Π. Πανταζόπουλος)


Θυμούμαι τις απογευματινές καλοκαιρινές συνάξεις κάτω από τη μεγάλη ελιά του υποτυπώδους πεζοδρομίου, μπρος από τον πλατύ χωμάτινο δρόμο, ακριβώς έξω από την αυλή του πατρικού μου σπιτιού. Κάθε γυναίκα έφερνε το καρεκλί της κι έπιανε τη δική της θέση, την οποία και διεκδικούσε εάν κάποια άλλη την καταλάμβανε. Άλλες μάλιστα, καθόντουσαν ακόμη και στη μέση του δρόμου, πα σε σκαμνιά ή σε πέτρες που είχαν τοποθετήσει εκεί! Φαντάζεστε το βάσανο του δυστυχή οδηγού που τύχαινε να περνά από το σημείο αυτό, αφού θα είχε ν’ αντιμετωπίσει τη δυσφορία όλου του καθήμενου πλήθους, αφενός διότι θα χαλνούσε προσωρινά την αρμονία του συνόλου, αφετέρου διότι θα σκόνιζε –θέλοντας και μη– την εν λόγω ομήγυρη!

Κάθε γυναίκα συνήθιζε να φέρνει τον καφέ της, όπως και το κέντημα ή το πλέξιμό της, «για να μη σπαταλάται ο χρόνος», και άρχιζε η ίδια καθημερινή ιστορία. Ένα κεντρικό θέμα «ριχνόταν» για συζήτηση και κατόπιν οι αντιπαραθέσεις, οι διαφορετικές απόψεις, οι ρήξεις ακόμα (χωρίς εντούτοις να δίνεται συνέχεια), διαμόρφωναν μια ιδιόμορφη κατάσταση, μια μορφή λαϊκής συναγωγής. Το θέμα περιδινούνταν κι εμπλουτίζονταν, ώσπου στο τέλος φτάναν να μιλούν για πράματα εντελώς διαφορετικά από τ’ αρχικά, συνήθως ανάλαφρα και επουσιώδη, που εκτόνωναν το κλίμα, για να επέλθει στο τέλος η πρέπουσα ηρεμία, πριν από την αποχώρηση.

Οι συνάξεις αυτές, δεν ήταν γυναικοκρατούμενες. Συμμετείχε και το αντρικό φύλο. Οι εκπρόσωποί του λιγοστοί, ήταν κατά κανόνα ηλικιωμένοι, οι οποίοι προτιμούσαν τη συμπαθητική τούτη μάζωξη, από τη συνήθη στον καφενέ της γειτονιάς. Απ’ εκεί τους είχαν εκτοπίσει οι νεότεροι άρεννες, οι γιοί τους και τα εγγόνια τους, που οικειοποιήθηκαν τους χώρους αυτούς, γεγονός που έκαμε τους γέροντες να νοιώθουν άβολα. Γι’ αυτό και βρίσκαν πιότερη την εν λόγω κατατριβή.

Εμείς, μικρά άβγαλτα παιδιά, συμμετείχαμε με τον τρόπο μας στις «συνεδρίες» ετούτες, με πειράγματα και παιδικά αερολογήματα. Ακούγαμε πάντως τις «σοφίες» των μεγάλων και κάτι έμενε... Συνηθέστερα αναλωνόμασταν στα γνωστά θορυβώδη ομαδικά παιχνίδια˙ στο κρυφτό, στη μακρουλή γαϊδούρα, στο κυνηγητό, στα μήλα, στο μονότερμα, στο κουτσό, στους βώλους, στο τσιλίκι κ.ά., τα οποία χαλνούσαν το ιδιαίτερο κλίμα της «συναγωγής» και διά τούτο αντιμετωπίζαμε τις φωνές συνέτισης των μεγαλυτέρων. 

Η χαρά μας ήταν ο ερχομός του παγωτατζή, του κυρ Σωτήρη, ο οποίος με το τρίκυκλο ψυγείο του γυρνούσε σε όλες τις γειτονιές της περιοχής και μοίραζε άμετρη χαρά στα ξαναμμένα από το παιχνίδι παιδιά, τα οποία με λαχτάρα περίμεναν να γευτούν το παγωτό φυστίκι, που ήταν η σπεσιαλιτέ του. Αυτό, βεβαίως, δε σήμαινε ότι και οι μεγαλύτεροι δεν απολάμβαναν τις δροσερές του γεύσεις, έστω κι αν δεν το εκδήλωναν με το δικό μας ενθουσιώδη τρόπο.

Η συμμετοχή στην κοινωνική τούτη κατατριβή, ήταν αυτονόητη και –κατά μια έννοια– επιβεβλημένη. Θα έλεγα πως το αυτονόητο τούτης της πράξης έφτανε έως και σε ακρότητες, που ξεπερνούσαν πολλές φορές τα όρια της ανοχής, φτάνοντας σε κείνα της αδιακρισίας. Διά τούτο και οι παρεξηγήσεις δεν έλειπαν.
 
Το άσπρισμα της αυλής γινόταν στις γιορτές και στην αρχή της κάθε σεζόν, της καλοκαιρινής και της χειμερινής, ενώ το πρασίνισμα και ο ανθισμός του εν λόγω χώρου αποτελούσε μια μορφή ιεροτελεστίας, έχοντας καθιερωθεί σαν υποχρέωση της κάθε νοικοκυράς. Θεωρούνταν δε, ως προσβολή γι’ αυτήν εάν στην εν λόγω αποστολή της αποτύγχανε. 

Ποτέ δεν ξεχνώ το δέος, τον εκστασιασμό που αισθανόμουν όταν έμπαινα στην αυλή του πατρικού μου σπιτιού κι αντίκρυζα τα υπέροχα γαρύφαλλα και τα τριαντάφυλλα που τη στόλιζαν, που ευωδούσαν δυνατά και σου πίγκωναν την ανάσα, όταν παραμέραγα το αγιόκλημα και τα κρεμασμένα άνθη της μπουκαμβίλιας για να διαβώ την εξώπορτα, όταν με έπνιγε η μυρωδιά του βασιλικού, του διόσμου, του γιασεμιού, που λες και ως βαρύ ναρκωτικό με παρέσερνε σε κόσμους ονειρικούς. Τούτο το αίσθημα γινόταν εντονότερο και ο συναισθηματισμός ήταν μεγαλύτερος, κατά τα μετέπειτα χρόνια, όταν ερχόμουν από τη Σαλονίκη, όπου κατοικοέδρευα ως φοιτητής, κι έμπαινα στο μαγικό κόσμο της αυλής ωσάν προσκυνητής της! 

Αυτές οι συνάξεις με τα χρόνια περιορίστηκαν, τόσο σε συχνότητα, όσο και σε αριθμό συμμετεχόντων, κατόπιν δε, όταν κόπηκε η ελιά του πεζοδρομίου (ήταν, λέτε, κομβικό το χρονικό σημείο της κοπής της ή τυχαία συνέβη;) και ασφαλτοστρώθηκε ο δρόμος μπρος από το πατρικό σπίτι (έχοντας αναβαθμιστεί σε μια μικρή λεωφόρο), μετατοπίστηκαν στο εσωτερικό της αυλής. Στο τέλος έπαψαν να πραγματοποιούνται κι εκεί. Λες και η «μόδα» της αποξένωσης, η φερμένη από την πρωτεύουσα (!), έπρεπε να επιβληθεί κι εδώ…

(από το βιβλίο του Αντ. Καπετάνιου  “ΤΑ ΙΔΙΟΓΡΑΦΑ. Κείμενα αειθαλή και φυλλοβόλα”, δοκίμια, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2017,http://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=42567#).

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσβλέπω σε έναν ευπρεπή διάλογο χωρίς κακόβουλα και υβριστικά σχόλια που προσβάλλουν την αισθητική μας αλλά κι εκείνη της ελληνικής γλώσσας. Εντούτοις, όλα τα σχόλια δημοσιεύονται!