10.1.21

Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ ποίησις…

Α. Καπετάνιος, ένα σεμνός ποιητής-στοχαστής του 21ου αιώνα. Σε ένα αιώνα που χρειάζεται να υπερασπίζεσαι τους ..ποιητές σου από την καταδίκη τους στην αγνόηση, στην απεμπόληση, στην απαξίωση, στη λήθη! Ο χρόνος,  θα δείξει τα "χρόνια του και τα χαρτιά του"!  Εδώ σε τρία (3) δοκίμια για την ποίηση (παρακάτω παρατίθεται η εισαγωγή του βιβλίου).  

Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ ποίησις…
...για την ιδέα της ποίησης και την πράξη του ποιείν 

Αγαπώ την ποίηση
διότι μου έδωσε πλάτεμα του νου
και πέταγμα της ψυχής,
διότι μ’ έκαμε ικανό στα πλέρια
και δυνατό στα φθαρτά,
διότι μού καλλιέργησε την ευθύνη του κάλλους
και τη συναίσθηση του εντός,
διότι μού έφτιαξε θέμελα για να νοώ
και το μεγαλείο για να ποιώ.
Αγαπώ την ποίηση
διότι με αυτήν πνοώ.

(« Α γ α π ώ  τ η ν  π ο ί η σ η », από την ποιητική του Α. Καπετάνιου, συλλογή «Απεικάσματα», Αθήνα 2021)

Καταγίνομαι με την ποίηση και παιδεύομαι εντός της. Ψάχνω νοήματα, ιδέες, σκέψεις, εμπνεύσεις, εγέρσεις, συναισθήματα, το άγγιγμα της ψυχής, το βάθος της καρδιάς στην ποιητική. Και, παίρνοντας από αυτήν, από την παντοδύναμη ποιητική της ψυχής, κατά την άσκησή μου στο ποιείν, προσπαθώ να κάμνω πράξη στο εστίν όλην κείνη την πρόσληψη, όλη την αίσθηση που σου δίνει το βάθος, το ύψος και το πλάτος του σκεπτικού λόγου, το «πέταγμά σου» στην απόγεια ποιητική. Υποβάλλεσαι στον ποιητή και τον προσλαμβάνεις ως εαυτό, στο μέτρο της αξίας πώχει η αναγωγική ολοστιγμή, η πράξη στο ποιείν, που τη λογίζεις ως κάτι υψηλό και την προσλαμβάνεις ως το υπέρ δυνατό. Στην τέτοια σου εννόηση δεν ημπορείσαι ξένος να σταθείς, απόμακρος της ολότητας, αλλότριος να γενείς του εαυτού σου, καθώς απαιτεί το συμμέτοχον η παίδευση ως πράξη, κατά την ποίηση της ζωής. 

Έχω το λοιπόν χρέος ως άνθρωπος να ποιώ, χρέος να δημιουργώ ως ποιητής στο γίγνεσθαι, να έχω την ποίηση πράξη στο ποιείν. Φέρνομαι ως ποιητής στον εαυτό και αποζητιέμαι στις ποιητικές του βίου μου, του γύρω μου, του κόσμου μου, ολάκερου του σύμπαντος. Όλοι στο όλον αισθάνονται και είναι ποιητές, έχοντες τη συνείδηση του ποιείν, κάτι που μετατρέπει τον εαυτό ως μέρος της δημιουργικής ολότητας κατά το ποιητικόν συμμέτοχον. Όλο το Είναι είναι ποίηση, ποίηση ζωής στην ολότητά της. Έτσι πρέπει να ιδείς τη ζωή, έχεις αυτό το χρέος στο ζην, αφού φυσικά την εννοήσεις στις αίσθησες και τις ποιήσεις της, για να ημπορέσεις να σταθείς ποιητικά και να προσλάβεις το Είναι σου κατά την απόδοση εντός σου, γενόμενος ποιητής με την πράξη σου. Είναι κορυφαίο αυτό, το να λειτουργείς ως ποιητής κατά την πράξη του ποιείν, δηλαδή το να ζεις και να αισθάνεσαι στο βάθος του εαυτού και στο υπέρ τού γύρω σου, ως πονητής και πνοός. 

Βέβαια, αντίπνοες στιγμές θα υπάρχουν στη ζωή, θάναι πολλές και θα σε καθίζουν στο εδώ σου, θα σε κάμπτουν και θα σε καταστέλλουν με την ανεπνιά και την απόγνωσή τους, όμως ιδού η πρόκληση στη συνθήκη σου ̇ σε τούτο έγκειται η δύναμή σου: στη δυνατότητά σου ν’ αναδίνεσαι και να βγαίνεις έμπλεος ζωής από την καταγίνη της καταστολής σου. Το πετυχαίνεις με τη διαφορετική από την υποβάλλουσα (και εντέλει επιβάλλουσα) συνθήκη σου, αντιπαλεύοντας τα καθεστώτα, φτιάχνοντας με την πράξη σου την ποίηση της ζωής σου, γενόμενος ποιητής εν τη πράξει, κι όχι μόνο εν τη αισθήσει, κατά το ποιείν στο εστίν. 

Στους ποιητές προστρέχοντας αναδίνομαι, καθώς τους αισθάνομαι στην Ιδέα τους, στο εντός τους, που θέλει πόνηση για να το μπορέσεις αυτό, έχοντας βεβαίως προνοηθεί σύμφωνα με το σκοπό και τον προορισμό του ποιείν. Πολύ το χρέος της ποιητικής στη βάση της δημιουργίας, της δημιουργίας ως παίδευσης. Η παίδευση προϋποθέτει πράξη, και ιδού το παράγωγο της ποιητικής στη βάση της δημιουργίας: η πράξη του ποιείν. Ο άνθρωπος λειτουργώντας ως ποιητής κάμει πράξη ό,τι από την ιδέα της ποίησής του απορρέει, κάτι που σημαίνει πως το παράγωγο ως δημιουργία έχει τη δύναμη της πνοής και της τέχνης του πνοού, που ως δημιουργός ενεργεί με το πράττειν. Ο ποιητής είναι δημιουργός διότι είναι «ποιός», ως εν τη ποιητική του ποιητής. 

Αισθάνομαι ποιητής όχι από υπεραίσθηση ή και από εν είδος ματαιοδοξίας ή ακόμα και έπαρσης, μα γιατί απαιτούμαι ως δημιουργός ν’ αναφανώ και με πνοή να υπάρξω στο Είναι μου, συγκροτώντας το στην ποιητική του βάση –τουλάχιστον έχω τη συνείδηση ως προς αυτό, που προκύπτει από εσώτερη ανάγκη ως προς το ζην... Το αν πετυχαίνω να προαχθώ ποιητικά, αυτό είναι ζήτημα προσωπικό, ενδοκριτικό και μη υποκείμενο στην κοινή κρίση. Πάντως κείνο που λέγω αισθανόμενος τη σιγουριά των λόγων μου, είναι ότι παιδεύομαι στο σκεπτικό μου σύμπαν, και στην τέτοια μου κατάσταση νοιώθω ως εν ποιήσει ον και ως εν πονήσει ζων. 

Γιατί έγραψα τα κείμενα του παρόντος τομιδίου; Μα γιατί αισθάνθηκα τη συγγραφή τους ως ανάγκη, αλλά και ως υποχρέωση στον ποιητή-δημιουργό, στον οποίο προστρέχω αναζητούμενος. Γιατί πρέπεται η ζωή στην εν ποιήσει ανάγκη της, και ο ποιητής-άνθρωπος έχει ανάγκη ν’ αναγκάται και να κατατρέχεται, να προστρέχει και ν’ ανάγεται, ως εν ποιήσει ον, σε μια διαδικασία παίδευσης και κατατριβής με το μέσα του, αναγωγής και ανάδειξής του. Ο ποιητής ως σύμβολο έχει φωνή και λόγο, έχει ανάσα και πνοή, έχει σκέψη και πράξη, πρέπει ν’ ακουστεί και να ορίσει το ποιητικό σύμπαν της ζωής, σύμφωνα με την πρόσληψή του από τον δέκτη-κοινωνό της ποιητικής του, από τον κάθε άνθρωπο που αισθάνεται ποιητής και ασκείται εν ποιήσει.

Αισθάνθηκα με τα παρόντα κείμενά μου εν πρώτοις την ανάγκη να υπερασπιστώ τους ποιητές μου. Θέλησα το λοιπόν, με το πρώτο εξ αυτών, να τους προστατεύσω στο εντός μου από την άδικη έξωθεν καταδίκη τους, με την αποπομπή τους στην αγνόηση, στην απεμπόληση, στην απαξίωση. Θέλησα να τους αξιώσω, σύμφωνα με τη μέγιστη αλλά μη εκτιμημένη προσφορά τους στο επί μου, κι όχι απλά στο εντός μου, οπού έχουν ήδη αξιωθεί, και να τους αποδώσω σύμφωνα με το μεγαλείο της σκέψης τους, της πράξης τους, της ψυχής τους. Στους σύγχρονους αντιποιητικούς καιρούς, στους αποστασιοποιημένους από των στίχων το πνεύμα, τους αφιλοσόφητους και ατάραχους στην αίσθηση του παντός, θέλησα να υψώσω φωνή, να κράξω για των ποιητών το μέγα χρέος, που δεν εγίνη πράξη με την πρόσληψη της Ιδέας τους. Για το γεγονός να ειπώ, ότι η ποιητική εσβήστη στο μηδενικό παρόν γιατί ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ποιητής στο χρέος του. Τους ποιητές μου λοιπόν υπερασπίζομαι στην απώλειά τους από τον άνθρωπο, δείχνοντας πως, χάνοντάς τους χάνεται και ο άνθρωπος με την απώλεια της ψυχής του. 

Έπειτα, στο δεύτερο από τα κείμενα, πραγματεύομαι το λυρισμό –αυτή τη μεγάλη Ιδέα! Ω, πόση αίσθηση βρίσκεις στη λυρική πόνηση ̇ πόσο μεγαλείο ψυχής! Τόσο, που φορές λέγω: «Σχώρα με Πνεύμα που σε προδίδω για την Ιδέα της ψυχής...» Όμως όχι, δεν είναι έτσι. Ο λυρισμός, όσο και αν σε ανάγει στα σύγνεφα της αίσθησης, δεν είναι υπερβασία, δε σε θέλει πτερόεντα και αιθεροβάμονα. Δε σε θέλει υψιπετή και ουρανικό –παρά την επιδίωξη του ύψους που προσπαθείται στην ιδεατή του πρόσληψη... Σε θέλει αναγωγικό πλην όμως γήινο, σε θέλει μπορετό, δηλαδή άνθρωπο της ποίησης κατά τη έννοια της παίδευσης στο εστίν. Μιας παίδευσης οπού ο νους θα γίνεται ψυχή, και η ψυχή θα γίνεται πνεύμα. Θάναι μια διεργασία του ποιείν στα πλαίσια του εννοείν διά του νοιώθειν. Μια βαθιά, απαιτητική και επίπονη διαδικασία του εαυτού στην εντός του ποιητική, τέτοια κατά την οποία αναγόμενος να λυτρώνεσαι. Και τούτο δε συμβαίνει πονετά, με βάσανο, αλλά απλά, σιγαστά, λιτά, με τη λύρα την ποιητική να σε κινεί και να σε ορθεί μουσικά στη λειτουργία του ποιείν. Ο λυρισμός διαποτίζει τη μεγάλη προσπάθεια της Ιδέας του ποιείν με αίσθηση. 

Τέλος, μελετώ τον Κωστή Παλαμά ̇ τον μεγάλο ποιητή της Ιδέας! Τον σπουδάζω σε κάθε μου μελέτη του, σε κάθε διάβασμά του, σε μια συνεχή/ατέρμονη κατατριβή με τη σκέψη του. Με τον Παλαμά μεγάλωσα, μορφώθηκα, πλάστηκα –μπορώ να πω ότι με αυτόν έμαθα να μιλώ με τα λόγια της ψυχής, λόγια ιδιαίτερα και δύσκολα, φορτωμένα με νοήματα και παιδεμένα με ποίηση. Μιλώ συχνά με την ποίησή του, οι στίχοι του με (καθ)οδηγούν, τα λόγια του γίνονται φωνή στο στόμα μου. Είναι μεγάλος ο επηρεασμός μου από τον Παλαμά, γι’ αυτό και δε θα τον αδικήσω με τη θετική, και ίσως μη αντικειμενική, ανάλυσή μου. Δεν επεκτάθηκα λοιπόν, αν και το ήθελα. Έμεινα μόνο να τον ιδώ στην ασκητική του στο «κελλί», που δε μελετήθηκε ως έπρεπε. Κει τον είδα, στο μικρό του γραφείο με την «φτωχή», όπως την αποκαλούσε, βιβλιοθήκη του ̇ όμως στην πραγματικότητα την πολύ πλούσια σε πνεύμα, οπού ο Παλαμάς κατηχήθηκε. Το «κελλί» ήταν το δωμάτιο της ποίησής του, ο χώρος της δημιουργίας του, και εξ αυτού του λόγου είχε κάτι το ιερό. Αισθανόσουν, σύμφωνα με κάποιον άγουρο ποιητή που βρέθηκε εκεί, «ωσά νάμπαινες σε ‘κλησιά κι έπρεπε να σταυρώσεις τα χέρια στην εντός του λειτουργία»! Ο Παλαμάς όμως έστεκε κει ουχί ως άγιος, ούτε φυσικά ως θεός, αλλά ως ποιητής, ως εαυτός πλάστης του πνεύματος και ως μεταδότης του συγκλονιστικά. Η ποιητική του αγερωχία, σε αντίθεση με τη μεγαλωστί εντύπωση που όφειλε ν’ αποδίδει, ήταν η λιτή ασκητική παρουσία του πνευματικού ανδρός , τον οποίο ένοιωθες μέγιστο στη μικρότη του –και τούτο προσέδιδε στον ποιητή το μέγα ανάστημά του, το ιδεατό σύμφωνα με το φάσμα του. Η «ποιητική του κελλιού», όπως την ονομάζω, ήταν η δημιουργία τού εντός στο επί, που έφτασε το πνεύμα να υπερνοεί και την ψυχή να πάλλει ασταμάτητα και σύντονα –μεγάλο τούτο αν το σκεφτείς... 

Έχοντας νοηθεί στην ποιητική ενός βίου συμβατού, αισθάνομαι άπλαστος ακόμα στο «υπέρ» της ποιητικής που δεν έφτασα και που ακόμα το προσπαθώ. Τα τρία παρόντα δοκίμια αποτελούν έκφραση της προσπάθειας για την ποιητική, αυτού του αγώνα στο ποιείν, για τον οποίο νοιώθω χρέος να τον διάγω, ως παίδευση στο σκοπό και ως παρακαταθήκη στον εαυτό –για να μπορώ στο εντός μου να ζω... 

(η εισαγωγή από το βιβλίο Α. Καπετάνιου “Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ ποίησις…”, τρία δοκίμια για την ποίηση, https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=56669#)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσβλέπω σε έναν ευπρεπή διάλογο χωρίς κακόβουλα και υβριστικά σχόλια που προσβάλλουν την αισθητική μας αλλά κι εκείνη της ελληνικής γλώσσας. Εντούτοις, όλα τα σχόλια δημοσιεύονται!