Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16.9.18

ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΟΝ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ…

«Θα σου στείλω μια πράσινη ελπίδα, από τα δέντρα που ζωγράφισε ο φίλος μας ο Βικέντιος Βαν Γκογκ,
θα σου στείλω ένα άνθος αχλαδιάς, να θυμηθείς πως υπάρχουμε».
(«Τάκης Λιούμης», Νικηφόρος Βρεττάκος)   (φωτογραφία: Pierre Jamet, 1938)

[του Αντώνη Καπετάνιου*]

Ο άνθρωπος ως ον της φύσης, ως ο ίδιος φύση, κατά την έννοια της συμμετοχής του στο φυσικό γενόμενο ως λειτουργός και πονητής, ως μετέχων στο γίγνεσθαι, έχει ανάγκη τη φύση, έχει την επιθυμία της επαφής και πρόσληψής της. Το αντίθετο δηλώνει παρά φύσιν συμπεριφορά και ανωμαλία στο ζην, που εκδηλώνεται ως ανωμαλία στο φυσικό γενόμενο οπού ο άνθρωπος συμμετέχει.

 Στο «αλί» όμως της σημερινής ζωής, που ο άνθρωπος σβήνει απροσδιόριστος, νοιώθεται η φύση ως ανεκπλήρωτος πόθος που επιζητείται στις μύχιες (εντέλει) εκδηλώσεις της. Διότι η εν πληρότητι φύση βρίσκεται μακριά του και δεν προσεγγίζεται με τις κρατούσες συνθήκες ζωής.

Ένα άνθος, μια γλάστρα, λίγα τετραγωνικά μέτρα κήπος ή αυλή, ένα μικρό πάρκο, μια ιδέα πρασίνου, όλα τούτα τα ελάχιστα, τα λιγοστά ωραία της αποδέλοιπης ζωής, που προσφέρονται ως ανάσες, ως πράξεις αναβιβαστικές, αποτελούν τα νάματα του ανθρώπου στην ξηρότη του, τις πηγές στο στείρο πηγαιμό του! 

Η φύση συγκινεί και ψηλώνει, γι’ αυτό και ζωογονεί όταν από αυτήν ο άνθρωπος πνοηθεί. «Ο άνθρωπος στις ανώτερες κι ευγενέστερες ικανότητές του είναι όλος Φύση, και φέρει μέσα του τον παράξενο δυισμό της», υποσημείωνε στα «Σημειωματάριά του» ο Γερμανός φιλόσοφος Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (Friedrich Wilhelm Nietzsche).

Ο άνθρωπος παίρνει από τη φύση, «μορφώνεται» από αυτήν έχοντας πορεία φύσει φυσική˙ στη συνέχειά του βεβαίως παρεκκλίνει εμπλουτιζόμενος με τα σπουδάγματα της λογικής, πλην όμως έχει φυσική αρχετυπική βάση, καθόσον είναι ον της φύσης, προερχόμενος από αυτήν. 

Τούτο, που φαίνεται αόριστο και κάπως φιλοσοφικό, γίνεται κατανοητό κοιτώντας το απαίδευτο μικρό παιδί να σχεδιάζει. Κάμνει σχήματα και ζωγραφιές πρωτόλειες, «παιδικές» για το προχωρημένο μας μυαλό, μα τούτη η πρωτογένεια αποκαλύπτει την άμεση σχέση του ανθρώπου με το φυσικό γενόμενο, το προκύπτον της ύπαρξής του δι’ αυτού. Αυτά που βλέπουμε εμείς οι μεγάλοι ως ορνιθοσκαλίσματα είναι για το παιδί εικόνες που αποδίδουν χαρακτήρες, που εκφράζουν συναισθήματα. Είναι πράγματα δεδομένα για το παιδί, μιαν καταγραφή της σκέψης του μέσω της γεωμετρίας της φύσης, που εμπεριέχεται στη φύση του, στο έμφυτό του, καθότι το ίδιο όπως και κάθε ον προέρχεται από τη φύση, είναι ον της φύσης.

Στη γεωμετρία της φύσης, η ευθεία γραμμή παριστά μιαν αλληλουχία σημείων που υποτάσσονται στο νόμο της ευθύτητας. Για το παιδί η ευθεία γραμμή, η γραμμή της φύσης, γίνεται απεικόνιση της αφηρημένης έννοιας, μιαν υπόταξη σημείων στο νόημά της, και με την επεξεργασία του μυαλού μετασχηματίζεται σε φορέα μηνύματος στο πρωτογενές τούτο στάδιο της παιδικότητας, που το μυαλό δεν έχει ακόμα παιδευτεί κι εξελιχτεί. Το αντίστοιχο συμβαίνει με τα χρώματα που χρησιμοποιεί, τα μεταφερμένα από τη φύση, που αποτελούν έκφραση των συναισθημάτων του και οι αποχρώσεις τους τις αντίστοιχες αυτών. Τα δε αλλόκοτα σχήματά του δεν είναι άμορφα, έχουν νόημα, καθότι αποτελούν τρόπους έκφρασης, κάτι σαν τ’ αρχέγονα ιδεογράμματα που συνθέτουν τις πρώτες αρχετυπικές χωρικές διατάξεις.

Ο άνθρωπος συνεπώς προέρχεται από τη φύση, όσο κι αν στην πορεία του την αποποιείται, κι έχει φύσει δέσιμο μαζί της. Η εκκίνησή του από αυτήν είναι διαμορφωτική και εν συνεχεία υποστηριχτική, καθώς η φύση υποστηρίζει την πρόοδό του με τις αρχές της, από τις οποίες δεν μπορεί ν’ αποστεί, χρησιμοποιώντας για την επεξεργασία τους τη διάνοιά του (π.χ., στην πράξη του λογίζει την αιτία και το αποτέλεσμα, το μερικό και το ολικό, τη δράση και την αντίδραση κ.ά.) Όλη η πορεία του ανθρώπου εδράζεται στη φυσική βάση και από αυτήν παίρνει προορισμό.

Η «επιστροφή» στη φύση, όχι ολοκληρωτικά, αλλά μέσα από το νοιώσιμο τουλάχιστον στιγμών της, κάμνει τον άνθρωπο νοό και ικανό έστω ζωής, ως κοινωνό φύσης, ξανασυνδέοντάς τον με τη γενεσιουργό πηγή, με τη ρίζα, δίνοντάς του το ωραίο κι επάγωγο της ζωής π’ αποξέχασε στον πυρετό του τής ανάπτυξης, και που τόσο απαραίτητο τού είναι! 

Η φύση διαμορφώνει την ηθική της ζωής, από την οποία αντλεί ο άνθρωπος ζωή και πλουταίνει εσωτερικά˙ αρκεί να γενεί συνειδητός της. Ο άνθρωπος ηθικοποιείται διά της φύσης και πνοείται ως οντότητα, νοιώθοντάς την και σπουδάζοντάς την, διαμορφώνοντας παράλληλα στο γνωσιολογικό του περιεχόμενο την ηθική του γι’ αυτήν. Εάν η φύση αγνοηθεί, χάνεται το δόσιμό της˙ ως αίσθηση και ως σπουδή˙ ως χάρη και ως έμπνευση˙ ως βάστηγμα κι ως ανάπτυγμα ζωής, φτωχαίνοντας το Είναι του ανθρώπου.

(*από το βιβλίο του “ΦΥΣΙΣ ΕΡΓΟΝ. Νοώντας για τη φύση”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2017, http://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=40885)

20.12.09

το δέντρο που έδινε, για πόσο θα συνεχίσει να δίνει;

Η υπέροχη αυτή ιστορία μέσα στην παιδική της απλότητα, όλο και κάτι μας θυμίζει.

Μήπως τη σχέση μας με το περιβάλλον;

Μήπως τις δύο ακραίες πλευρές της ανθρώπινης φύσης;

Από τη μια δίνεις τα πάντα και νιώθεις απόλυτη ευτυχία μέχρι να αισθανθείς το απόλυτο κενό...

Και από την άλλη παίρνεις τα πάντα μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι δεν έχεις τίποτε...

Απολαύστε την.. ΚΑΙ ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ


* Αφιερώνεται ειδικά σε κείνους που περνοδιαβαίνουν εδωμέσα
είτε σχολιάζοντας είτε απλά περιφέροντας την ανώνυμη ψηφιακή υπογραφή τους
και που ουδέποτε φαντάστηκαν,
ουδέποτε πίστεψαν
ούτε μια στιγμούλα μα το θεό
ότι υπάρχουν ακόμη δονκιχώτες
που ξεκλέβοντας από το υστέρημα του χρόνου τους
προσπαθούν να προσφέρουν
να πουν το δικό τους ψήγμα αλήθειας
να εκφράσουν το δικό τους μικρόκοσμο
χωρίς κανένα υλικό όφελος
παρά μόνο την ηθική επιβράβευση κι επιβεβαίωση..
που φυσικά σπανίως έρχεται
όπως και για το δεντράκι στην ιστορία μας..

Δεν ξέρω αν το είδος είναι μουσειακό
πάντως υφίσταται ακόμη..

[πέτρος τζεφέρης]



Το Δέντρο που έδινε (The giving Tree), του Σελ Σίλβερσταίν

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά....
και αγαπούσε ένα αγοράκι.
Και κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε το βασιλιά του δάσους.
Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα.
Παίζανε και κρυφτό
Κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της.
Και το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά...
πάρα πολύ.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα πέρασαν τα χρόνια.
Και το αγόρι μεγάλωσε.
Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή.

Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε:
«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου από κάτω και να ‘σαι ευτυχισμένο».
«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι. «Θέλω ν’ αγοράσω πράγματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;»

«Λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα έχω εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησε τα στην πόλη. Έτσι θα ‘χεις λεφτά και θα ‘σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί... και η μηλιά ήταν λυπημένη.
Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ’ τη χαρά της κι είπε:

«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να ‘σαι ευτυχισμένο».
«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. «Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;»

«Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά. «Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα ‘σαι ευτυχισμένο».
Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά-καλά δεν μπορούσε.
«Έλα, Αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις»
«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;»
«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά...και να ‘σαι ευτυχισμένο».
Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη...μα όχι πραγματικά.

Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.
«Λυπάμαι, Αγόρι», είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω... Δεν έχω μήλα».
«Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι.
«Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να κάνεις κούνια...»
«Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι.
«Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις...»
«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.

«Λυπάμαι», αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι... μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι...»
«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».

«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, Αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».

Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Θέλω μια αγκαλιά!