Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23.3.18

ΦΘΙΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΟΧΗ...


«Μπορείς αν θέλεις να μην υποχωρήσεις.
Να κρατήσεις τη γραμμή σου ανέπαφη.
Μπορείς να μην κάμψεις το κεφάλι
να κοιτάξεις αγέρωχα τον ήλιο.
(…)
Μπορείς, ναι μπορείς
να σπείρεις, να καλλιεργήσεις, να θερίσεις
με μανδύα τους φυσικούς κανόνες
και τη σταθερή σου προετοιμασία».

(«Μπορείς», Αντώνης Χ. Κούρος)


Μια φράση του Τσέχου συγγραφέα Μίλαν Κούντερα, συνοψίζει το αδιέξοδο της κοινωνίας μας: «…πέρα από ένα σύνορο, το έγκλημα γίνεται πράξη ηρωισμού και το σύνορο μένει αδιόρατο». Στο πλαίσιο αυτό κινείται η κοινωνία μας, συντηρώντας και διαιωνίζοντας το ακαθόριστο πρόβλημά της. Ποιο είναι; Το ότι αυτοκτονούμε ως μέλη της ζώντας αδιάφορα, κατά το εθιμικό –λες– μιας ανείπωτης (κι ανύποπτης…), σκληρωτικής καταστροφής. Εγκληματούμε ως ήρωες στο Είναι μας, τ’ οποίο δε λογίζεται, έχοντας αδιόρατη θεώρηση!..

Εμείς, οι «υπεύθυνοι» πολίτες αυτού του κόσμου, θεωρήσαμε ότι τα γύρω μάς ανήκουν, ότι τα εξουσιάζουμε κι ως κυρίαρχοι ενεργούμε. Σκιάσαμε τη ζωή μας με πράξεις σκοτεινές, του κακού μας βίου, που τις δικαιολογούμε ως κοινωνική ανάγκη και ως δημόσιο συμφέρον. Απαξιώσαμε τον εαυτό μας υποβάλλοντάς τον σε πράξεις του πνιγμού, σε ορέξεις ακόρεστες, σ’ έξεις κι εθισμούς της πλησμονής –που είναι κατ’ ουσίαν της στέρησης. Φυλακιστήκαμε σε πολιτικές και πρακτικές που πολύ μάς έβλαψαν και μικρούς μάς έκαμαν. Αφεθήκαμε σε κηδεμονίες και δεσποτείες, και γινήκαμε δυστυχείς και μοιραίοι. Μάθαμε να λειτουργούμε με βαρβαρισμούς, ανύποπτους στα πλαίσια της συνήθειας, κι έτσι, ανάλγητα κι εξουσιαστικά να ενεργούμε στον κόσμο που μας αξίωσε˙ τον φυσικό, τον απλό. Αυτόν τον καταστρέφουμε, καταστρέφοντας παράλληλα τον εαυτό μας. 

Φτιάξαμε τερατουπόλεις, δημιουργήσαμε προϊόντα τερατογεννέσεων, απίθανων συλλήψεων και συνδυασμών καταστροφής (βλέπε τα μεταλλαγμένα), σπείραμε μάζες από μπετόν στον περίγυρό μας καθώς και μέσα μας˙ ανήλιαγοι, ισχνοί στέκουμε, χωρίς ζωή, απόκαμοι στον συρφετό, που μας αποχαυνώνει, διάθετοι στο προσφερτό, που το δεχόμαστε αναντίρρητα και το καταναλώνουμε με βουλιμία. Τα φώτα μας έλκουν, μας καθορίζουν, το φως το τεχνητό μάς κινεί, οι προβολείς μας θαμπώνουν, κι ανακριτικά, εξουσιαστικά στέκουν πάνω μας και μας κατευθύνουν. Δεν είν’ οργάνωση αυτό, κανοναρχία, όπως θεωρείται, αλλά εξουσία του «πρέπει» πάνω στη λογική, με αποτέλεσμα την αποσύστασή της και την επικράτηση του ψυχρού νου, της απολυταρχίας του κανόνα. Πού η ευαισθησία, πού η αίσθηση των κοινών, πού το συναίσθημα, πού η κοινωνία των ανθρώπων; 

Ασελγήσαμε στη φύση, τη μέσα και την έξω μας, γινήκαμε εξουσιαστές, δικτάτορες του κόσμου μας, γινήκαμε τέρατα. Γιατί; Για να βρεθούμε στην τραγικά πλεονεκτική θέση να ισοπεδώνουμε, έχοντας εντάξει τη στάση μας αυτή, στο πεδίο εξέλιξης του κόσμου μας! 

Αφεθήκαμε στην ποταπότητα και στο μηδενισμό του σύγχρονου τρόπου ζωής, τον αφαιρετικό, τον λιγόπνοο, τον απόλυτο, που, παρά την υπεραπλούστευσή του στα ζητήματα της ύπαρξης, γίνεται πολυσύνθετος και πολύπλοκος στην άσκησή του. Μπλεχτήκαμε σε δίκτυα πολύπλοκα, που ως ειρκτή λειτουργούν και φυλακίζουν κάθε σκέψη κατευθύνοντας την πράξη. Αφεθήκαμε σε περιδινήσεις κι ανακυκλώσεις της ζωής, και συρθήκαμε σ’ ελκυθμούς, γιατί δε θελήσαμε να δούμε τον κόσμο φλογερά, θελκτικά, ποθητά, συναίσθητα (μα παραίσθητα τον βλέπουμε). Συμμετέχουμε έτσι, στην ομαδική παράκρουση που συντελείται, για να μπορούμε να στέκουμε, όντας υπόδουλοι (εθελόδουλοι εντέλει…) στον κόσμο των ισχυρών. Ένας από αυτούς, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, λειτουργώντας στο σύστημα εξουσίας, είναι ο καθένας από εμάς, είναι ο εαυτός μας. Είμαστε το λοιπόν κατάδικοι του εαυτού μας, όμηροι της εξουσίας μας! 

Στον κόσμο τούτον –σαν κάτι παρά φύσιν– έχουμε ανάγει τις μηχανές σε κυρίαρχο στοιχείο της ζωής μας, λειτουργώντας στα πλαίσια μιας διαδικασίας ανατροπής, στην οποία, τόσο το σώμα, όσο και το πνεύμα, έχουν υποκατασταθεί από αυτές (μήπως θα ήταν ορθότερο να λέγαμε ότι έχουν υποταχθεί σε αυτές;) Η κατανίκησή μας από τις μηχανές, που είναι δημιούργημά μας, έχει κατ’ ουσίαν επιτευχθεί! Η εξουσία μας συνεπώς μετακυλήθηκε στις μηχανές, στα όργανα της δημιουργίας μας, τα οποία κατέληξαν μ’ ευθύνη μας και κατά προόρισή μας να κυριαρχούν και να μας εξουσιάζουν –οποία τραγική ανατροπή! 

Σιωπούμε, όντας συνένοχοι σε μια κατάσταση για την οποία νοιώθουμε υπεύθυνοι μα και ανεύθυνοι. Κανείς δεν επωμίζεται την προσωπική του ευθύνη μα διατεινόμαστε ότι μια γενικώς αόριστη ευθύνη απαιτείται, χωρίς ν’ αναλαμβάνεται. Με τον τρόπο αυτό βαυκαλιζόμαστε για το καθήκον μας σε σχέση με την ευθύνη μας έχοντας ήσυχη τη συνείδησή μας. Στρουθοκαμηλίζουμε ανόητα ως προς τη ζωή μας. Κρυβόμαστε στη σκιά μας, αφηνόμαστε στην αόριστη περιδίνησή μας, που όλο και μεγαλώνει κι ως φάσμα τραγικό μας περιβάλλει, και κράζουμε όταν οι αλήθειες μας πληγώνουν, ως όρνια στο ξάγναντο της ζήσης. Μα μετά, αλαφρωμένοι και ξέγνοιαστοι, ξεπερνούμε την πραγματικότητα –ζώντας, λες, στην αχλή της ζήσης–, διάγοντας βίο ελαφρύ και πάλι. Με αμεριμνησία κι ησυχία ξεπερνούμε τα δεδομένα, αφημένοι στη σιωπηρή τραγικότητα της ανέμελης λήθης. Η θλίψη βιώνεται εσωτερικά, τις περισσότερες φορές ανύποπτα, και δεν αφήνεται να φανεί –γι’ αυτό κι η μάρανση της ζωής…
 
Το «πρόβλημα» μάς έλκει, μας υπνωτίζει, μας εξαρτά, κατά τρόπο απόλυτο, που καθιστά μη αμφισβητήσιμη την αποδοχή του –βεβαίως, αποστρέφουμε την κεφαλή και δεν το βλέπουμε ως τέτοιο, γι’ αυτό και προσχηματικά λειτουργούμε, εθελοτυφλώντας. Η ζωή μας συναρτάται με ότι επιτάσσεται, αφού απαιτείται εναρμόνιση με τα καθεστώτα, για να μην υπάρχει ασυμβατότητα και δυσλειτουργία. 

Δέσμιοι του μονόδρομου τούτου, δεν αντιλαμβανόμαστε –οι περισσότεροι εξ ημών–, ή δε θέλουμε ν’ αντιληφθούμε το δράμα που συντελείται. Διάγουμε βίο ατάραχο και ψυχρό, ελαφρύ κι ασύνειδο, διότι δεν επιθυμούμε τη διαπάλη, την προσπάθεια για το μπορετό. Η μεταστροφή που ευαγγελιζόμαστε, δε μπορεί να επιτευχθεί με την ησυχία και τον εφησυχασμό, που τη νάρκωση και την αβελτηρία φέρνουν. Απαιτείται ανησυχία, χολοσκασμός, φλόγωση, τολμητία, για να έλθει η έγερση. Με τη θάρρεψη της ψυχής και το κολύμβημά της στα βαθιά που δεν τόλμησε να προσεγγίσει, με το τακτοποίημα του νου και το βαρκάρισμά του σε πελάη μακρινά, με το ξαγνάντεμα της καρδιάς και, εντέλει, με την αποκοτιά: με τούτα θα γεννηθεί καρπός και θα γενεί δημιουργία.

Μια παλαιά βιετναμέζικη παροιμία λέγει: «Εκεί που σταματούν τα πουλιά, είναι καλή γη». Δυστυχώς ο άνθρωπος δηλητηρίασε τη γη του, τον εαυτό του, τη ζωή του, κι έδιωξε τα πουλιά από αυτήν, απομένοντας μόνος, χωρίς φύση και (ουσιαστική) ζωή στο εωσφορικό χάος που δημιούργησε. Διαμόρφωσε έτσι, μια κοινωνία άδεια, κενή από περιεχόμενο και χωρίς προοπτική, ανάρμοστη στο Είναι του, ξέχωρη της ύπαρξής του˙ μιαν άζωη κοινωνία! Παρόλα αυτά, ο ποιητής αισιοδοξεί και μας προτρέπει να μην αφεθούμε:
«Ο νόμος με τ’ ατσάλινο κεφάλι
και με τα μάτια όλο σκοτάδι
εμένα ή εσένα πνίγει
στο βούρκο.
Δε βλάπτει αν δώσουμε το χέρι
ο ένας στον άλλον
ένα πουλί θ’ αδράξουμε κι ο αγέρας
είναι δικός μας πάλι»

(«Ο νόμος με τ’ ατσάλινο κεφάλι», Γιώργος Σαραντάρης)

Ας τον ακούσουμε, ας ακούσουμε την ψυχή μας κι ας υψωθούμε πάνω από τα τείχη του εαυτού μας, πάνω από τις οικτρές φυλακές του κόσμου μας. Η νοθεμένη από το άλγος εποχή μας να μετουσιωθεί με τη ζωντανή θερμοκρασία της ενέργειάς μας και να γενεί αυτότροφη και δυναμογενής. Με συνείδηση, ευθύνη και τιμή να δομηθεί το τρωτό μας Είναι, που φάγουσα έκαμε τη ζωή κι απόκαμη. Κι ως τέτοιο ν’ αναπαράξει τη ζωή, που εχάθη στη βύθη της.

(από το βιβλίο του Αντώνη Καπετάνιου  "ΤΑ ΙΔΙΟΓΡΑΦΑ. Κείμενα αειθαλή και φυλλοβόλα", δοκίμια, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2017,http://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=42567#)

1.8.17

"Ιδιόγραφα", κείμενα αειθαλή και φυλλοβόλα, του Αντώνη Καπετάνιου

Τα (μικρά) δοκίμια του παρόντος τόμου γράφτηκαν σε μια διαρκή περίοδο αναζήτησης του μέσα μπορετού, κι είν’ αποτέλεσμα του μέσα τοκετού, συνιστώντας μίλημα ψυχής κι έκφραση του αθεώρητα συλλοϊκού. Αποτείνονται σε όποιον επιθυμεί να ιδωθεί βαθιά του και αποκαλυπτόμενος στον εαυτό του να συγκλονιστεί και να ξανακοιταχτεί. Γι’ αυτό δεν πρέπει να θεωρηθούν ενοράσεις ή υπερβατικοί λογισμοί, αλλά σκέψεις –και κατ’ επέκταση πράξεις– της ψυχής.








«Ω λόγε - Μέθη! Λόγε - Ρίζα!» (Άγγελος Σικελιανός)

Γιατί τα κείμενά μας είν’ αειθαλή και φυλλοβόλα; Γιατί τα λόγια φτιάχνουν αιθερία φύσης και λογίζονται ως διαδικασία υπαρκτική; Γιατί είν’ οι λέξεις στοιχεία ζωής, οι προτάσεις βλάστη και τα νοήματά τους το φυσικό εποικοδόμημα; Γιατί χλωραίνει και φυλλοβολεί ο λογισμός, γιατί στα φθινόπωρα της ζωής δεν ακολουθείται η φυσιαρχική αρχή, αλλά η ψυχική, που ανατρέπει την εντολή του βίου και κάμνει, αναλόγως της συνισταμένης πράξης, εαρινή ή χειμέρια την αίσθηση του ζην;

Τούτα που ρωτούμε συνιστούν το μέγα στοχασμό για την έννοια της ζωής και για τη θεώρηση του ζην. Αποτελούν το λόγο βάρους του μυαλού και λυγμού της ψυχής. Φτιάχνουν το «γιατί» που η καρδιά πάλλεται και γένεται ο λογισμός θροφή της πράξης. 

Απαντούμε λοιπόν στο «γιατί έχουμε βλέψη φυσική για τη ζωή» εξηγώντας την στην ευλογία της, στη δυνατότητά της νάν’ απέραντη, νάναι το μέγα σχήμα –αν και μιας οργιάς τόπος–, λέγοντας πως, δεν ημπορείς ορθός να στέκεις εάν δεν έχεις ρίζα, θέμελη ζωή˙ και θέλει η ρίζα γη, ζήση μεστωμένη για να φτιάξει στέρια ύπαρξη.

Της πρέπει της ζωής νάν’ ολοδύναμη, να θεωρείται στον εύφορο τόπο του νοητή ανθρώπου, ενός πονητή της πράξης που βλέπει χλοϊσμένη την πέτρα στην ολάνθιστη σιωπή και νοιώθει ως όρθρο φωνών την ιερή λαχτάρα της ζωής. Είναι αυτός ο ποιητής – άνθρωπος, που βλέπει συγκλονιστικά το βίο του, ως δημιουργία. Δεν είν’ ανάγκη να στιχουργεί, μόνε να λειτουργεί κατά το ποιείν. Ο λόγος του είναι ρίζα που φτιάχνει δενδρί, σκέψη της ύπαρξης. Το πνεύμα, βουβάμενο στην πλήθη των πραγμάτων, μιλά με την ψυχή, αποδίδοντας τη γνώρα, το κάτεχο της ζωής, το βροντισμό της, την αίσθησή της ως θρο της ύπαρξης και ως ανάγκη του ζην. Σε τούτο το συλλείτουργο της μέσα και της έξω ζωής στο φυσικό σύμπαν, ο άνθρωπος διάγει βίο κηπάρη, στον οποίο καλλιεργεί τη ζωή κι ορίζει τη γη του. Η χλωρότης του είναι ζήτημα δούλεψης του τόπου και θεώρησης της ζωής ως ευθύνη πολυώδυνου βίου. 

Το ανθορρόημα ή φυλλορρόημα της ζωής αποτελεί μια συνθήκη του ζην, μια κατάσταση της διαπάλης του ανθρώπου στα πλαίσια του βίου, της ενέργειάς του στα πλαίσια του γίγνεσθαι. Δεν ημπορείς να υπερβείς το ζύγιασμα της ζήσης, δεν ημπορείς να μην πέσεις και ν’ ανασκωθείς, να μη θαρρέψεις κι αποθαρρυνθείς, να μη μελαγχολήσεις κι αναστοχαστείς, να μην απογοητευτείς κι ελπίσεις, να μην πασχίσεις και συγκλονιστείς˙ μόνε μην εγκαταλείψεις την ψυχική σου άθληση και ιδρωμέτωπος και με ανάστημα ν’ αναφανείς στη ζωή˙ έστω κι αν πληγώνεσαι˙ έστω κι αν ταράζεσαι˙ έστω κι αν δυστυχείς στον απελπισμό σου –αρκεί να ημπορείς να ιδωθείς με πλεριοσύνη και θέριος ν’ αποδίδεσαι και με ολότη, ενασκημένος και μεστωμένος.

Έχει, έτσι, η κατατριβή με τη σκέψη, ο αγώνας του μυαλού, η ψυχική ένταση, η αναφορά τού μέσα στο λόγο μιαν αποστολή: νάναι ένστιχτη η πάλη, θερμασμένη με νόημα και γιομάτη ευθύνη. Γι’ αυτό κι έχει θάλλος μα και φυλλοβολή το πνεύμα σαν αποδίδεται στο λόγο, γιατί έχει εντροπία η πληθώρα της ζωής, κι απαιτεί για την ισορροπία ως όλον το αντίχτυπο της συλλοής, για να γενεί συνειδητή η αίσθηση του ζην. Ο λογισμός φτερώνει σαν αποσκιρτά από τα φθαρτικά της ζήσης, και μέσα από την εξαίσια πάλη του συλλοϊκού αποζητιέται σ’ ένα άλλο επίπεδο –υπερβατό για τα κείμενα, όχι όμως αδιανόητο για τη φύση σου κι απαιτητό για την ανάγκη σου–, να γενεί πράξιμο το θελητό της ψυχής, σε μιαν ευγενικιά απόδοση της ζωής. 

Φανερωμένος στη φύση σου και πράττοντας κριτικά στη ζήση σου, βάζοντάς την στη σκέψη σου κι αναλύοντάς την, χρησιμοποιώντας νοητική αλλά και χρησμοδότρα γλώσσα, γένεσαι κριτής του εαυτού σου, καρπιστής του Είναι σου, ποιητής της ζήσης σου, και ως ζωγρήτης επιζητείς τον ανατατικό παλμό, τη μυστική σου ήχηση να διαλαληθεί. Επιζητείς το εναγώνιο πνεύμα να δικαιωθεί στην πράξη, να γενεί έκφραση ψυχής η ανάβρα της ζωής και ν’ αποδιώξει τη μάταιη λήθη της ζήσης.

 Και μέσα από της γης την άγια εντολή, βλέποντάς σε στη φυσική σου απόδοση, επιδιώκεις να ριζωθείς στη ζωή, να μεστωθείς και να καρπωθείς, έχοντας την ευθύνη της ενέργειάς σου και του τρόπου σου να εννοείσαι. Πρέπει δοξαστικός νάν’ ο βίος σου κι όχι εγκαταβιωμένος, όχι απόδειπνος και φθισικός, καθότι έχεις ευθύνη στον άμετρο αγώνα του παντός, ν’ αποζητιέσαι στον εαυτό σου και καλλιεργώντας τον να τον κάμνεις ηγεσία της πράξης σου. 

Είναι το λοιπόν φύση η ζωή κι έχει την αγιότητα της γης˙ δεν είν’ οικόπεδο, μήτε χαλκό βουνό. Είναι πάγκοσμη, το μέγα αρχέτυπο και ως τέτοια έχει αναφορά στο όλον. Θα την ιδείς χλοάτη μα και στείρα, δυναμωμένη μα κι αποδύναμη, θεριεμένη μα κι αδύναμη, στοχασμένη μα και ξαστόχαστη. Νοώντας γι’ αυτήν, αποτυπώνοντάς την στο πράξιμό της κι αποδίδοντάς την στην πραγματικότητά της, βλέπεις την ασχημοσύνη της και πονείς, κράζεις για το κακό της και υπερνοείς για τη μοίρα της, αντιτείνεις λόγο, σκέψη και συναίσθημα, ανακαθοριζόμενος για το ορθό της.

Γένεσαι νοός του βίου σου στο κοίταγμά σου και φτιάχνεις Λόγο - Μέθη στο συγκλονισμό σου (κατά τον καλό μας ποιητή - άγγελο, τον Άγγελο Σικελιανό), λόγο υπερβατικό σε σχέση με τα κείμενα. Φτιάχνεις Λόγο - Ρίζα (πάλι κατά τον Σικελιανό) για να στεριωθείς στη γη σου, να ριζώσεις σε αυτήν και να την ορίσεις˙ να γενείς δένδρο του εαυτού σου και να υψωθείς. Η πράξη σου, σε αυτή τη συνηγορία λόγου κι ενέργειας, είναι αποτέλεσμα του στοχασμού σου, απότοκο της εσωτερικής σου υπερτοκίας, που προκύπτει έχοντας νοηθεί στο βίο σου. 

Είναι στο ζωτικό αγώνα σου, τούτα δυνάμενα. Είναι στην πάλη με το Είναι σου, τούτα απαραίτητα. Εάν αθεώρητος σταθείς στα κείμενα, εάν αδόκητα καταπέσεις λόγω της άφεσής σου στην τρωτότητα, τότε θάχεις αποδομηθεί και θάχεις φυλλορροήσει. Θάχεις γίνει φιλόπτωτος και θ’ αρκείσαι στη φυλλοβολία της ζωής ως τραγική αυταπάτη σου, ενώ είσαι από τη φύση σου αειθαλής και κρατερός. Η φυλλοβολία σου τότε δε θάναι φυσική συνέπεια, αλλά αντινομία, καθώς θάχεις παρεκκλίνει της συνέχειάς σου και χλωρωτικός, έρμος στη μοίρα σου θ’ αποδίδεσαι.

Τα κείμενα μετά τούτων της ζωής, με τα οποία κατατριβόμαστε εν προκειμένω, είναι αειθαλή και φυλλοβόλα διότι αποδίδουν τη ζωή στην αιτιότη της και στη ματαιότη της. Η λαλιά μας είναι ένστιχτη σκοπού και νοιωστή του βίου, γι’ αυτό κι είναι τρεμάμενη μα και κραχτή˙ γιατί είν’ η λαλιά του πονητή της ζωής και του ποιητή ανθρώπου.

(το προλόγισμα στα “ΙΔΙΟΓΡΑΦΑ”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2017, http://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=42567#)

(η σύνθεση προέρχεται από σχεδίασμα της Kaha Brzozowska)