5.8.08

Μανιάτισσα... Maniatisa....

Χέρια ροζιασμένα απ' τις δουλειές. Πρόσωπο χαρακωμένο κι ας μην είχε περάσει τα σαράντα. Οι ρυτίδες ίδιες λαμπερές ηλιαχτίδες ξεκινούσαν απ' τα ολοφώτεινα μάτια της, στεφάνωναν το γλυκό πρόσωπό της και σκόρπιζαν ολόγυρα καλοσύνη, αγάπη, ομορφιά.

Αχάραγα ξεκινούσε για τις δουλειές στα χωράφια και γυρνούσε στο χωριό, μετά το χτύπημα της καμπάνας του εσπερινού, λίγο πριν σουρουπώσει. Πάντα θα είχε βρει κάτι να ζαλωθεί. Αν όχι τίποτε άλλο λίγα ξύλα για το φωτογάνι. Απαραίτητα για ζεστασιά το χειμώνα και για μαγείρεμα όλο το χρόνο. Στη μπροστοποδιά της, που γύριζε τις άκρες της και τις έδενε στη μέση σχηματίζοντας σακούλα, θα είχε πάντα κάποιο σύκο, κάποιο αχλάδι, κάποιο σταφύλι για τα παιδιά.

Ακουμπούσε στο πεζούλι της αυλόπορτας για να ξεζαλωθεί. Να μπει στο φτωχικό σπιτάκι, να βγάλει την μπόλια απ' το κεφάλι της και να ρίξει μια χούφτα νερό στο κουρασμένο πρόσωπο της. Να κάνει το σταυρό της ευχαριστώντας το θεό, που πήγε καλά η μέρα κι αμέσως μετά ν' αρχίσει τις δουλειές του σπιτιού. Στο βραδινό τραπέζι όταν έβλεπε όλη την οικογένεια γύρω της, με το «γέρο» της ή τον πρωτότοκό της στην κεφαλή του σοφρά, απλωνόταν στο κουρασμένο πρόσωπό της μια απέραντη γαλήνη, που την έκανε ίδια Παναγιά.

Για να κερδίζει χρόνο ζύμωνε πάντα νύχτα και φούρνιζε ξημερώματα. Με τις δουλειές του σπιτιού ασχολιόταν κυρίως όταν ο χρόνος ή ο καιρός δεν επέτρεπαν δουλειές στα χωράφια που ήταν τόσο πολλές, βότανος, θέρος, αλώνι, αμπέλι, ελιές. Μάζευε και το τελευταίο στάχυ στο θέρο και την τελευταία ελιά του χαμολογιού το χειμώνα. Τίποτε δεν έπρεπε να πάει χαμένο. Δεν υπήρχε περιθώριο για απώλειες. Οι ανάγκες μεγάλες. Όταν ο καιρός δεν επέτρεπε τις εξωτερικές δουλειές καθόταν στον αργαλειό να υφάνει προικιά για τις κοπέλες. Άλλοτε έπιανε το χερόμυλο και άλεθε το χόντρο της χαράς ή της λύπης συνοδεύοντας το άλεσμα, κατά την περίσταση, με τραγούδια ή μοιρολόγια, που τόσο καλά έλεγε στα ψίκια ή τα ξόδια.

Τα Σάββατα, όταν τα κατάφερνε, γινόταν εμπόρισσα στο παζάρι της Αρεόπολης. Άπλωνε την πραμάτεια της, λίγες μυζηθρούλες από τα λιγοστά προβατάκια της, λίγες καλαματιανές ελιές, λίγα ξερά σύκα και το καλοκαίρι σταφύλια και σύκα νωπά. Με τις εισπράξεις ψώνιζε για το σπίτι. Λίγο ρύζι. Λίγα μακαρόνια και κανένα φύλλο μπακαλιάρο καμιά φορά.

Ακόμη φρόντιζε πάντα να κρύβει στην άκρη της μπόλιας της λίγες δραχμούλες για να τις δώσει κρυφά από το «γέρο» της στο κορώνι τους, που σπούδαζε στο Γυμνάσιο της Αρεόπολης. Να μάθει γράμματα το παιδί. Να ζήσει καλύτερα απ' αυτήν.

Το «παιδί» έμαθε κάποια γράμματα. Μεγάλωσε. Έκανε και κείνο παιδιά. Δεν ξέχασε όμως ποτέ τη μάνα του. Που είναι η μάνα σου, η μάνα μου. Η Μάνα μας η Μανιάτισσα.
[Stavros Petropoulakos][Σταύρος Πετροπουλάκος]

2 σχόλια:

Ευτυχία είπε...

Η μάνα ,ιδιαίτερα σε χώματα σκληροτράχηλα και τιμημένα όπως η Μάνη,αλλα και σ'αλλα βασανισμένα μερη και καιρους της Ελλάδας ήταν μια παναγιά που χάριζε αγόγγυχτα ολόκληρη την καρδια της στα παιδια της και στον αντρα της,στην οικογένεια.
Και σήμερα υπάρχουν μητέρες που εχουν καταλάβει πως η ανατροφή ενος παιδιου είναι ιερό καθήκον και αγωνίζονται γι'αυτό.
Δίκαια πάντα καθένας μας ανατριχιάζει από αγάπη και ευγνωμοσύνη και μόνο με τη σκέψη της ή τη θύμησή της.
Το ετήσιο μνημόσυνο πια για μένα είναι μια πράξη χωρις αισθήματα ή μνήμες.
Ευχαριστώ γιατί πρέπει να κλαίμε για να λυτρωθουμε.

ΣΤΑΥΡΟΣ είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

Δημοσίευση σχολίου

Προσβλέπω σε έναν ευπρεπή διάλογο χωρίς κακόβουλα και υβριστικά σχόλια που προσβάλλουν την αισθητική μας αλλά κι εκείνη της ελληνικής γλώσσας. Εντούτοις, όλα τα σχόλια δημοσιεύονται!